Υπάρχει μια σιωπηλή πραγματικότητα στην Κύπρο που δεν αποτυπώνεται σε πανηγυρικές εξαγγελίες ούτε σε πολιτικά συνθήματα. Είναι η καθημερινότητα των ηλικιωμένων. Και αν τη δεις κατάματα, δύσκολα αποφεύγεις το συμπέρασμα ότι όταν φτάσεις σε μια ηλικία, σε αυτή τη χώρα, γίνεσαι πολίτης δεύτερης κατηγορίας. Οι λέξεις αυτές μπορεί κάποιους να τους ενοχλήσουν. Κάποιοι μπορεί να πουν ότι είναι δημοσιογραφικές υπερβολές, φαρφάρες, απλά για να δημιουργούνται εντυπώσεις. Μακάρι να είχαν δίκαιο.
Την προηγούμενη εβδομάδα, μια ηλικιωμένη γυναίκα, άνω των 80 ετών, χαμηλοσυνταξιούχος, που ζει μόνη, πήρε τηλέφωνο για να μας πει το παράπονό της. Τι ζητά η γυναίκα αυτή; Tο αυτονόητο. Έχασε πρόσφατα τον άντρα της, τα παιδιά της μένουν σε άλλες επαρχίες και αναζητά ένα άνθρωπο να τη βοηθά λίγες ώρες την ημέρα. Κάποιον να τη βοηθά με τα βασικά, μια επίσκεψη στον γιατρό, στην υπεραγορά, μερικές δουλειές στο σπίτι.
Έκανε αίτηση μέσα Νοεμβρίου στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας (ΥΚΕ). Της απάντησαν την προηγούμενη εβδομάδα ότι δεν δικαιούται βοήθεια. Όχι γιατί δεν έχει ανάγκη. Όχι γιατί δεν πληρούσε ουσιαστικά κριτήρια. Αλλά γιατί δεν ήταν δικαιούχος του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος (ΕΕΕ). Λες και τα 700 ευρώ και κάτι ψιλά που είναι η σύνταξη του χαμηλοσυνταξιούχου αρκούν για όλα τα υπόλοιπα έξοδα που έχει ένας ηλικιωμένος, π.χ. φάρμακα, γιατρούς, φαγητο κ.λπ., και του μένουν για να πληρώνει και άτομο να τον βοηθά.
Αυτή η περίπτωση δεν είναι η εξαίρεση. Είναι η κανονικότητα ενός συστήματος που παραμένει φτωχό σε κατ’ οίκον υπηρεσίες, φτωχό σε εξωνοσοκομειακή φροντίδα, φτωχό σε επιλογές για ανθρώπους που δεν μπορούν, ή δεν θέλουν, να ιδρυματοποιηθούν.
Την ίδια στιγμή, ακόμη και μέσα στο σύστημα υγείας, τα κενά είναι κραυγαλέα. Σε μια χώρα που γερνά με γοργούς ρυθμούς, δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή ούτε και μια κρατική γηριατρική κλινική. Δεν υπάρχει ένας εξειδικευμένος χώρος για ανθρώπους που δεν είναι απλώς ασθενείς αλλά ηλικιωμένοι με σύνθετες ανάγκες. Ανθρώπους που παίρνουν εξιτήριο και επιστρέφουν στο σπίτι ή στο κενό.
Και κάπου εδώ έρχεται το «κόκκινο κουμπί». Μια εξαγγελία που ακούμε χρόνια. Μια υπόσχεση που έγινε ανάγκη από το 2018, όταν ένας ηλικιωμένος βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του. Έπεσε, κτύπησε, δεν είχε το μέσο για να ζητήσει βοήθεια και εν τέλει πέθανε μόνος του. Από τότε μέχρι σήμερα, ακόμα περιμένουμε. Πιλοτικές εφαρμογές, εγκρίσεις, αναμονές.
Αλλά η ζωή δεν λειτουργεί πιλοτικά. Κάθε μέρα, σε αυτόν τον τόπο, υπάρχουν ηλικιωμένοι που ζουν μόνοι. Που αν πέσουν, αν ζαλιστούν, αν χρειαστούν βοήθεια, μπορεί να μείνουν ώρες, ίσως και μέρες, αβοήθητοι. Και το ξέρουμε. Το έχουμε δει. Και παρ’ όλα αυτά, συνεχίζουμε να το συζητάμε σαν να πρόκειται να γίνει, χωρίς συγκεκριμένο προγραμματισμό.
Στο μεταξύ, η «λύση» συχνά καταλήγει στους οίκους ευγηρίας. Εκεί όπου το κόστος ξεκινά από 1.400 ευρώ και φτάνει μέχρι και τις 5.000. Εκεί όπου το κράτος θεωρεί ότι τα 1.300 ευρώ επιδότησης είναι αρκετά. Σε μια χώρα χωρίς επαρκείς κρατικές δομές, χωρίς εναλλακτικές, χωρίς ολοκληρωμένο δίκτυο φροντίδας.
Και κάπως έτσι, το βάρος μεταφέρεται. Στις οικογένειες. Στα παιδιά. Σε ανθρώπους που προσπαθούν να καλύψουν το κενό ενός κράτους που απουσιάζει.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι μόνο τα κενά. Είναι η αντίληψη. Είναι αυτή η διαχρονική τάση να θυμόμαστε τους ηλικιωμένους προεκλογικά, στα καφενεία, στους συλλόγους, στις υποσχέσεις. Να ακούμε, να συμφωνούμε, να δεσμευόμαστε. Και μετά να επιστρέφουμε στην αδράνεια.
Ακούμε για αυξήσεις συντάξεων, για ενίσχυση πολιτικών, για προθέσεις. Ωραία λόγια. Αλλά η απόσταση από την πράξη είναι μεγάλη. Και για πολλούς ηλικιωμένους, είναι μια απόσταση που δεν προλαβαίνουν να διανύσουν. Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι τεχνικό. Είναι βαθιά πολιτικό και βαθιά ανθρώπινο. Τι αξία δίνουμε σε αυτούς τους ανθρώπους;
Γιατί μια κοινωνία κρίνεται από το πώς φροντίζει τους πιο ευάλωτους. Και σήμερα, η εικόνα που δίνουμε δεν είναι αυτή που θα θέλαμε να βλέπουμε.







