Η συζήτηση για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος στην Κύπρο τραβάει σε μάκρος, επειδή ακριβώς το ζήτημα ποσώς είναι απλό. Εδώ και χρόνια αναγνωρίζεται η ανάγκη προσαρμογής ενός συστήματος που καλείται να ανταποκριθεί στις δημογραφικές αλλαγές, στην αύξηση του προσδόκιμου ζωής και στις πιέσεις που δημιουργούνται στα δημόσια οικονομικά. Ωστόσο, οι πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού Εργασίας, Μαρίνου Μουσιούττα, αναδεικνύουν τα όρια της μεταρρύθμισης που προωθεί η κυβέρνηση, αλλά και τις αδυναμίες της προσέγγισής της.
Η κατηγορηματική θέση ότι δεν μπορεί να καταργηθεί η αναλογιστική μείωση του 12% για όσους επιλέγουν να συνταξιοδοτηθούν στα 63 έτη, βασίζεται σε αναλογιστικά δεδομένα και στη φιλοσοφία βιωσιμότητας του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Πρόκειται για ένα επιχείρημα που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Κανένα συνταξιοδοτικό σύστημα δεν μπορεί να λειτουργήσει μακροπρόθεσμα εάν οι παροχές αποσυνδεθούν από τις εισφορές και το προσδόκιμο καταβολής τους.
Ωστόσο, η κυβέρνηση φαίνεται να περιορίζεται σε μια στενά λογιστική προσέγγιση. Η κοινωνική πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Χιλιάδες εργαζόμενοι σε βαριά ή απαιτητικά επαγγέλματα δυσκολεύονται να παραμείνουν στην εργασία μέχρι τα 65 έτη. Για αυτούς η μείωση του 12% δεν αποτελεί απλώς μια αναλογιστική προσαρμογή, αλλά μια μόνιμη περικοπή εισοδήματος, σε μια περίοδο αυξημένων αναγκών της πλειοψηφίας των πολιτών
Παράλληλα, η παραδοχή ότι οι χαμηλές συντάξεις δεν μπορούν να προσεγγίσουν ούτε καν το όριο της φτώχειας πολλών συμπολιτών μας, είναι η «καρδιά» του προβλήματος. Αν η οικονομική ανάπτυξη και τα δημόσια οικονομικά δεν επιτρέπουν αξιοπρεπείς συντάξεις για όσους εργάστηκαν μια ζωή, και μάλιστα με χαμηλές απολαβές, τότε η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται μόνο στη βιωσιμότητα του συστήματος αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στην κοινωνική του αποτελεσματικότητα.
Επιπλέον, η αναβολή ουσιαστικών αποφάσεων για τα Ταμεία Προνοίας δημιουργεί την εντύπωση μιας μεταρρύθμισης που αφήνει κρίσιμα ζητήματα για αργότερα. Αν, πράγματι, ο δεύτερος πυλώνας θεωρείται απαραίτητος για τη μελλοντική επάρκεια των συντάξεων, τότε η κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάσει ξεκάθαρη στρατηγική και όχι να μεταθέτει τα οφέλη για μία δεκαετία ή περισσότερο.
Η έναρξη αποπληρωμής του κρατικού χρέους προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και η δημιουργία ανεξάρτητου φορέα διαχείρισης των αποθεματικών αποτελούν θετικές εξελίξεις. Δεν αρκούν, όμως, για να απαντήσουν στις ανησυχίες των σημερινών και μελλοντικών συνταξιούχων.
Η πρόκληση για την κυβέρνηση είναι να αποδείξει ότι η μεταρρύθμιση δεν αποτελεί απλώς μιαν άσκηση δημοσιονομικής ισορροπίας, αλλά μια πραγματική προσπάθεια δίκαιης κατανομής των βαρών και των ωφελημάτων μεταξύ των γενεών, κυρίως για να αμβλυνθεί όσο είναι δυνατόν η κοινωνική ανισότητα. Μια ισορροπία η οποία, με βάση τα οικονομικά δεδομένα στη χώρα, παραμένει το ζητούμενο.







