Πρώτα απ' όλα, αξίζουν θερμά συγχαρητήρια στην Άντρη Χατζηανδρέου για την εκλογή της ως αντιδημάρχου Αγλαντζιάς. Η καθαρή επικράτησή της συνιστά μια σημαντική πολιτική και προσωπική επιτυχία, που της παρέχει ισχυρή δημοκρατική νομιμοποίηση και αναδεικνύει την ικανότητά της να διευρύνει την απήχησή της πέραν των παραδοσιακών κομματικών ορίων. Πέραν όμως από την προσωπική της επιτυχία, το αποτέλεσμα επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ευρύτερο ερώτημα που απασχολεί την πολιτική επιστήμη. Και τούτο είναι κατά πόσον οι επιμέρους εκλογικές νίκες αποτελούν απλές συγκυριακές επιτυχίες ή προάγγελο βαθύτερων ανακατατάξεων στο πολιτικό σύστημα.
Ενδιάμεσες εκλογές
Η συγκριτική πολιτική ανάλυση αντιμετωπίζει τις ενδιάμεσες εκλογές ως «δείκτες» πολιτικής δυναμικής. Δεν αποτελούν ασφαλείς προγνωστικούς δείκτες για τις επόμενες προεδρικές ή βουλευτικές εκλογές, ωστόσο αποτυπώνουν μεταβολές στην κινητοποίηση των κομμάτων, στην ψυχολογία των ψηφοφόρων και στη συνολική αξιοπιστία των πολιτικών δυνάμεων. Γι' αυτόν τον λόγο, οι πολιτικοί επιστήμονες αξιολογούν περισσότερο τη διαχρονική αλληλουχία εκλογικών αποτελεσμάτων παρά κάθε εκλογή μεμονωμένα.
Υπό αυτό το πρίσμα, οι πρόσφατες εκλογικές εξελίξεις παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Όταν ένας πολιτικός χώρος καταγράφει διαδοχικά θετικά αποτελέσματα σε διαφορετικού τύπου εκλογικές αναμετρήσεις, η πιθανότητα να πρόκειται για πραγματική μεταβολή της πολιτικής δυναμικής αυξάνεται. Η έννοια της πολιτικής δυναμικής στη διεθνή βιβλιογραφία ακριβώς αυτό περιγράφει, δηλαδή τη συσσώρευση μικρότερων επιτυχιών που σταδιακά δημιουργούν προσδοκία ευρύτερης πολιτικής ανόδου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε τοπική νίκη προαναγγέλλει αλλαγή. Σημαίνει όμως ότι τα αποτελέσματα παύουν να αξιολογούνται ως μεμονωμένα γεγονότα όταν εντάσσονται σε μια σειρά συνεχόμενων εκλογικών επιδόσεων που παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά. Οι μικρές νίκες αποκτούν έτσι σωρευτική πολιτική σημασία, καθώς επηρεάζουν όχι μόνο τους αριθμητικούς συσχετισμούς αλλά και τις αντιλήψεις των πολιτών για το ποιος πολιτικός χώρος βρίσκεται σε άνοδο και ποιος σε υποχώρηση.
Την ίδια στιγμή, εξίσου σημαντική είναι η ανάγνωση των μηνυμάτων που εκπέμπει η πλευρά των ηττημένων. Στη θεωρία των εκλογικών συστημάτων, κάθε εκλογική αναμέτρηση παράγει δύο παράλληλα αποτελέσματα. Επιβεβαιώνει ή ενισχύει τη δυναμική του νικητή, αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτει τις αδυναμίες του ηττημένου. Υπό αυτή την έννοια, οι πρόσφατες εξελίξεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για τον Δημοκρατικό Συναγερμό.
Πρόσφατες αναμετρήσεις
Ο ΔΗΣΥ εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους δύο μεγάλους πυλώνες του κυπριακού κομματικού συστήματος. Ωστόσο, από το 2023 βρίσκεται αντιμέτωπος με μια σύνθετη στρατηγική πρόκληση. Η ήττα στις προεδρικές εκλογές δεν είχε μόνο εκλογικές διαστάσεις. Ανέδειξε βαθύτερες εσωτερικές διαιρέσεις, που κορυφώθηκαν με τη στήριξη σημαντικού μέρους της παραδοσιακής εκλογικής του βάσης προς τον Νίκο Χριστοδουλίδη. Η διάσπαση εκείνη δεν ήταν απλώς οργανωτική, αλλά κοινωνική, πολιτική και εκλογική.
Οι πρόσφατες βουλευτικές εκλογές κατέδειξαν ότι ο ΔΗΣΥ διατηρεί σημαντική εκλογική δύναμη και οργανωτική συνοχή. Ωστόσο, η πολιτική ανάλυση απαιτεί προσεκτικότερη ανάγνωση των ποσοστών. Ένα μέρος της εκλογικής του επίδοσης φαίνεται να αντανακλά την υποστήριξη ψηφοφόρων που εξακολουθούν να στηρίζουν πολιτικά τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Πρόκειται για μια ιδιόμορφη κατάσταση «διπλής πολιτικής ταυτότητας», όπου σημαντικός αριθμός πολιτών δεν αντιλαμβάνεται αναγκαστικά αντιφατική τη στήριξη προς τον Νίκο Χριστοδουλίδη και ταυτόχρονα προς τον ΔΗΣΥ σε διαφορετικές εκλογικές αναμετρήσεις.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τη στρατηγική του κόμματος. Αν ένα μέρος της εκλογικής του ισχύος προέρχεται από ψηφοφόρους που διατηρούν θετική στάση απέναντι στον σημερινό Πρόεδρο, τότε η μελλοντική εκλογική συμπεριφορά αυτής της ομάδας δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Η διατήρηση αυτής της εκλογικής βάσης θα εξαρτηθεί από τη φυσιογνωμία που θα επιλέξει να αποκτήσει ο ΔΗΣΥ μέχρι τις προεδρικές εκλογές του 2028, από τον βαθμό εσωτερικής συνοχής του και από την ικανότητά του να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με τον ευρύτερο χώρο του πολιτικού κέντρου και της κεντροδεξιάς.
Παράλληλα, οι πρόσφατες τοπικές εκλογές στέλνουν και ένα δεύτερο μήνυμα. Οι εκλογικές συνεργασίες δεν λειτουργούν πάντοτε αθροιστικά. Η διεθνής βιβλιογραφία καταγράφει επανειλημμένα ότι η μεταφορά ψήφων μεταξύ κομμάτων δεν είναι μηχανική διαδικασία. Οι ψηφοφόροι δεν ακολουθούν αυτόματα τις αποφάσεις των κομματικών ηγεσιών. Η επιτυχία μιας συνεργασίας εξαρτάται από την πολιτική της συνοχή, την αξιοπιστία του κοινού αφηγήματος και κυρίως από την κοινωνική της αποδοχή.
Αντίστοιχα, και η ερμηνεία της αποχής απαιτεί επιστημονική προσοχή. Η υψηλή αποχή αποτελεί διαχρονικό χαρακτηριστικό πολλών τοπικών και ενδιάμεσων εκλογών στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες. Δεν μειώνει τη νομιμοποίηση του εκλογικού αποτελέσματος, καθώς στις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες η πολιτική νομιμοποίηση απορρέει από τη συμμετοχή όσων επιλέγουν να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα. Ωστόσο, η αποχή περιορίζει τη δυνατότητα εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων για τις προθέσεις του συνολικού εκλογικού σώματος, καθώς τα κίνητρα της μη συμμετοχής είναι πολυπαραγοντικά.
Ποιοτικά χαρακτηριστικά
Ένα ακόμη στοιχείο που αναδεικνύεται μέσα από τις πρόσφατες εξελίξεις είναι η αυξανόμενη βαρύτητα των ποιοτικών χαρακτηριστικών της πολιτικής. Οι έρευνες κοινής γνώμης των τελευταίων ετών καταγράφουν ότι ζητήματα όπως η αξιοπιστία, η διαφάνεια, η αποτελεσματικότητα των θεσμών, η λογοδοσία και η χρηστή διακυβέρνηση επηρεάζουν ολοένα περισσότερο τις εκλογικές επιλογές των πολιτών. Η παραδοσιακή κομματική ταύτιση παραμένει σημαντική, αλλά δεν αρκεί πλέον από μόνη της για να εξασφαλίσει εκλογικές νίκες.
Η πολιτική συμπεριφορά στην Κύπρο γίνεται σταδιακά περισσότερο ρευστή και λιγότερο προβλέψιμη. Οι ψηφοφόροι εμφανίζονται περισσότερο διατεθειμένοι να μετακινηθούν μεταξύ κομμάτων ή ακόμη και να διαφοροποιήσουν την ψήφο τους ανάλογα με το είδος της εκλογικής αναμέτρησης. Πρόκειται για χαρακτηριστικό που παρατηρείται σε πολλές ευρωπαϊκές δημοκρατίες και συνδέεται με τη σταδιακή αποδυνάμωση των παραδοσιακών κομματικών ταυτίσεων.
Με αυστηρά αντικειμενικά και επιστημονικά κριτήρια, οι πρόσφατες εκλογικές εξελίξεις δεν επιτρέπουν ακόμη ασφαλείς προβλέψεις για τις επόμενες εθνικές αναμετρήσεις. Επιτρέπουν όμως την καταγραφή συγκεκριμένων τάσεων. Πρώτον, ορισμένοι πολιτικοί χώροι εμφανίζουν ενδείξεις αυξημένης εκλογικής δυναμικής μέσα από διαδοχικές επιτυχίες. Δεύτερον, ο ΔΗΣΥ εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική εκλογική βάση, αλλά καλείται να απαντήσει σε στρατηγικά ερωτήματα που παραμένουν ανοικτά μετά το 2023 σχετικά με την ταυτότητα, τη συνοχή και την προοπτική του. Και τρίτον, η κυπριακή κοινωνία φαίνεται να εισέρχεται σε μια περίοδο μεγαλύτερης εκλογικής ρευστότητας, όπου η αξιοπιστία, η ποιότητα της διακυβέρνησης και η πειστικότητα των πολιτικών προτάσεων αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία.
Συμπερασματικά, οι «μικρές νίκες» δεν αλλάζουν από μόνες τους την ιστορία. Μπορούν όμως να αποτελέσουν τα πρώτα κεφάλαια μιας νέας πολιτικής αφήγησης. Το αν αυτή η αφήγηση θα εξελιχθεί σε πραγματική αναδιάταξη του κυπριακού πολιτικού συστήματος θα εξαρτηθεί όχι από μια μόνο εκλογή, αλλά από τη συνέπεια των πολιτικών τάσεων, την ποιότητα της διακυβέρνησης και την ικανότητα κάθε πολιτικής δύναμης να μετατρέψει τη συγκυριακή δυναμική σε διατηρήσιμη κοινωνική εμπιστοσύνη.
*Πρώην πρύτανη, καθηγητή-ανθρωπολόγου στο Πανεπιστήμιο Philips






