Οι αντιφάσεις της εξωτερικής πολιτικής Χριστοδουλίδη: Η καλλιέργεια της ψευδαίσθησης της «ισχυρής Κύπρου»

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ

Header Image

Οι σχέσεις με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ έχουν αναβαθμιστεί, χωρίς όμως να ανατρέπουν τη γεωστρατηγική βαρύτητα της Τουρκίας. Χωρίς προτεραιότητα στη λύση του Κυπριακού, η πολιτική των συμμαχιών κινδυνεύει να μετατραπεί σε στρατηγικό αδιέξοδο

Δεν είναι λίγοι όσοι θεωρούν ότι το πεδίο στο οποίο ο Νίκος Χριστοδουλίδης έχει επιδείξει τη μεγαλύτερη κινητικότητα είναι η εξωτερική πολιτική. Η κυβέρνηση προβάλλει ως επιτυχία την οριστική πρόσδεση της Κύπρου στη Δύση, την αναβάθμιση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ και τη διεύρυνση των τριμερών σχημάτων στην Ανατολική Μεσόγειο. Η θεσμοθέτηση του στρατηγικού διαλόγου Κύπρου-ΗΠΑ και η συνέχιση της τριμερούς συνεργασίας με Ελλάδα και Ισραήλ αποτελούν πράγματι απτά βήματα και γι' αυτά ο Νίκος Χριστοδουλίδης πρέπει να πάρει τα εύσημα.

Από την άλλη η κινητικότητα δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη με τη στρατηγική και οι πολλές επαφές δεν συνιστούν από μόνες τους αύξηση ισχύος. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η πολιτική αυτή δημιουργεί πραγματικά πλεονεκτήματα για την Κυπριακή Δημοκρατία ή καλλιεργεί προσδοκίες τις οποίες οι εταίροι της δεν έχουν δεσμευτεί να ικανοποιήσουν.

Ο δυτικός προσανατολισμός 

Η απομάκρυνση της Κύπρου από την παλαιότερη πολιτική των «δύο βαρκών» δεν άρχισε το 2023 ούτε αποτελεί αποκλειστικό επίτευγμα της σημερινής κυβέρνησης. Η τραπεζική κρίση του 2013, η ένταξη σε πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής, η κατάρρευση της διεθνούς αξιοπιστίας του επενδυτικού προγράμματος και, κυρίως, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία περιόρισαν δραστικά τα περιθώρια για μια κυπριακή πολιτική ίσων αποστάσεων.

Μέχρι το 2022, η Λευκωσία με ΥΠΕΞ τον Νίκο Χριστοδουλίδη έθετε βέτο σε κυρώσεις της ΕΕ κατά της Λευκορωσίας, και επικοινωνούσε και διαβουλευόταν επί εβδομαδιαίας βάσης με τον Ρώσο ΥΠΕΞ Σεργκέι Λαβρόφ. Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ωστόσο, ως κράτος μέλος της ΕΕ, ήταν υποχρεωμένη να εφαρμόσει τις ευρωπαϊκές κυρώσεις κατά της Μόσχας, ενώ το προηγούμενο μοντέλο που συνέδεε την κυπριακή οικονομία με ρωσικά κεφάλαια, χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και πολιτογραφήσεις είχε ήδη μετατραπεί σε τεράστιο πολιτικό βαρίδι για την Κύπρο. Νομοτελειακά ο Χριστοδουλίδης δεν επέλεξε απλώς τη Δύση μέσα σε ένα ουδέτερο γεωπολιτικό περιβάλλον. Ανέλαβε την εξουσία όταν η προηγούμενη αμφισημία είχε γίνει οικονομικά, θεσμικά και πολιτικά μη βιώσιμη. Αυτό δεν ακυρώνει τη σημασία της προσαρμογής, αλλά αλλάζει την αξιολόγησή της. Άλλο πράγμα είναι να χαράσσεις μια τολμηρή στρατηγική και άλλο να παρουσιάζεις ως στρατηγικό θρίαμβο μια μετατόπιση που είχε ήδη καταστεί αναπόφευκτη.

Όταν ο Πρόεδρος μιλά για τον δυτικό προσανατολισμό της χώρας οφείλει να διευκρινίσει ακόμα κάτι. Η «Δύση», δεν είναι ενιαίος πολιτικός οργανισμός. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ μπορεί να συνεργάζονται σε σειρά ζητημάτων, αλλά δεν έχουν ταυτόσημα συμφέροντα στην Ουκρανία, στο Ιράν, στη Γάζα, στη Συρία ή στις σχέσεις με την Τουρκία. Η Λευκωσία χρησιμοποιεί συχνά τον όρο «δυτικός προσανατολισμός» ως να περιγράφει μια ενιαία συμμαχία που θα λειτουργήσει αυτομάτως υπέρ της Κύπρου. Στην πραγματικότητα, κάθε πρωτεύουσα αξιολογεί την Κύπρο με βάση τις δικές της ανάγκες και όχι με βάση την κυπριακή ανάγνωση της περιφερειακής τάξης.

Η πραγματική σχέση με τις ΗΠΑ

Η αναβάθμιση των κυπροαμερικανικών σχέσεων είναι υπαρκτή. Θεσμοθετήθηκε στρατηγικός διάλογος, υπογράφηκε πενταετής οδικός χάρτης αμυντικής συνεργασίας, η Κύπρος απέκτησε πρόσβαση σε αμερικανικά προγράμματα πώλησης και παραχώρησης αμυντικού υλικού και η Εθνική Φρουρά συνεργάζεται με την Εθνοφρουρά του Νιου Τζέρσεϊ.

Παράλληλα, οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην Πάφο και στο Μαρί αναβαθμίζονται με αμερικανική χρηματοδότηση. Επισήμως, η χρήση τους προορίζεται για εκκενώσεις αμάχων, ανθρωπιστικές αποστολές και διαχείριση περιφερειακών κρίσεων και όχι για επιθετικές στρατιωτικές επιχειρήσεις. Αυτό απέχει από την εικόνα μιας αμερικανικής βάσης που θα λειτουργούσε ως ασπίδα απέναντι στην Τουρκία.

Όλα αυτά είναι χρήσιμα. Δεν αποτελούν, όμως, συμμαχική εγγύηση έναντι της Τουρκίας. Η μεγαλύτερη αδυναμία της κυβερνητικής αφήγησης είναι ότι συγχέει την πρόσβαση με την προστασία. Το γεγονός ότι η Ουάσινγκτον χρησιμοποιεί την Κύπρο ως αξιόπιστο περιφερειακό κόμβο δεν σημαίνει ότι είναι έτοιμη να αναλάβει το κόστος αντιπαράθεσης με την Άγκυρα για χάρη της Λευκωσίας, ούτε να κινηθεί υπέρ της αλλαγής του status quo υπέρ των Ε/Κ.

Η σχέση Ουάσινγκτον-Λευκωσίας παραμένει δυσανάλογη σε σύγκριση με τη σχέση Ουάσινγκτον-Άγκυρας και θυμίζει την επίσης αφελή προσέγγιση του Προέδρου Μακαρίου όταν συναντήθηκε το 1963 με τον Αμερικανό Πρόεδρο Κένεντι νομίζοντας ότι οι ΗΠΑ θα στήριξαν την απόφασή του να καταγγείλει τα 13 σημεία του Συντάγματος. Η Τουρκία διαθέτει πληθυσμό, στρατιωτική ισχύ, γεωγραφικό βάθος και κρίσιμη θέση μεταξύ Μαύρης Θάλασσας, Καυκάσου, Μέσης Ανατολής και Ευρώπης. Είναι μέλος του ΝΑΤΟ, ελέγχει τα Στενά, συνομιλεί ταυτόχρονα με Ρωσία και Ουκρανία, επηρεάζει τη Συρία και διαθέτει ταχέως αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία. Ο ρόλος της στη Μαύρη Θάλασσα και στην ευρωπαϊκή άμυνα έχει αναβαθμιστεί ακόμη περισσότερο μετά τη ρωσική εισβολή.

Η πώληση 40 νέων F-16 και η αναβάθμιση 79 τουρκικών αεροσκαφών έχουν ήδη εγκριθεί. Η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 δεν είναι ακόμη δεδομένη λόγω των ρωσικών S-400 αλλά από την άλλη με αμερικανική ενθάρρυνση υπογράφεται αμυντικό σύμφωνο Τουρκίας-Πακιστάν και Σαουδικής Αραβίας.  Το σαφές μήνυμα είναι ότι οι ΗΠΑ μπορούν να αναβαθμίζουν την Κύπρο χωρίς να υποβαθμίζουν την Τουρκία. Και όταν τα συμφέροντα των δύο συγκρούονται, δεν υπάρχει καμία σοβαρή ένδειξη ότι η μικρότερη και περισσότερο λειτουργική σχέση με την Κύπρο θα υπερισχύσει της στρατηγικά βαρύτερης σχέσης με την Τουρκία.

Πώς σχεδιάζει το Ισραήλ;

Ανάλογη υπερερμηνεία παρατηρείται στις σχέσεις με το Ισραήλ. Η συνεργασία Κύπρου-Ελλάδας-Ισραήλ σε άμυνα, ενέργεια, πολιτική προστασία και ασφάλεια είναι πραγματική, δεν συνεπάγεται, όμως, ότι το Τελ Αβίβ έχει υιοθετήσει ως στρατηγικό στόχο τον αποκλεισμό της Τουρκίας από την Ανατολική Μεσόγειο ή ότι θα ταυτιστεί με τις κυπριακές θέσεις στο Κυπριακό.

Οι ισραηλινές προτεραιότητες καθορίζονται πρωτίστως από το Ιράν, τη Γάζα, τον Λίβανο, τη Συρία και την ασφάλεια των συνόρων του. Η αντίδραση του Ισραήλ σε πιθανή τουρκική στρατιωτική εγκατάσταση σε βάσεις της κεντρικής Συρίας, μεταξύ των οποίων η Παλμύρα και η Τ-4 (γνωστή και ως αεροπορική βάση Τίγιας) δείχνει ακριβώς αυτό, ότι το Ισραήλ θέλει να αποτρέψει μια τουρκική παρουσία που θα πλησίαζε επικίνδυνα στον δικό του χώρο ασφαλείας. Ισραηλινά πλήγματα πραγματοποιήθηκαν σε βάσεις τις οποίες είχε εξετάσει η Τουρκία για πιθανή ανάπτυξη δυνάμεων.

Την ίδια στιγμή, Ισραήλ και Τουρκία άρχισαν συνομιλίες για τη δημιουργία μηχανισμού αποφυγής στρατιωτικών επεισοδίων στη Συρία. Δηλαδή ανταγωνίζονται, αλλά και συνεννοούνται όταν το επιβάλλει το συμφέρον τους. Η Κύπρος κινδυνεύει, συνεπώς, να εκλάβει μια συγκυριακή σύμπτωση συμφερόντων ως μόνιμη αντι-τουρκική συμμαχία. Το Ισραήλ θα κινηθεί δυναμικά εναντίον της Τουρκίας μόνο όταν τουρκικές ενέργειες απειλήσουν άμεσα τη δική του ασφάλεια. 

Η Ευρώπη χρειάζεται την Τουρκία

Παρόμοια είναι η εικόνα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Τουρκία δεν είναι σήμερα μέλος του SAFE. Η συμμετοχή της προσκρούει στην απουσία συμφωνίας ασφάλειας με την ΕΕ και στις αντιρρήσεις κρατών μελών, πρωτίστως της Κύπρου και της Ελλάδας. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί τη μεγαλύτερη τάση και τις διμερείς αμυντικές συμφωνίες. Η Ευρώπη αναζητεί τρόπους να αξιοποιήσει την τουρκική αμυντική βιομηχανία, τον στρατό της, τη θέση της στη Μαύρη Θάλασσα και τον πιθανό ρόλο της σε μια μελλοντική αρχιτεκτονική ασφάλειας για την Ουκρανία. Η συζήτηση για την ενσωμάτωση της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή άμυνα παραμένει ανοικτή, ακόμη και εάν η πλήρης ένταξή της στο SAFE δεν έχει προχωρήσει.

Η ΕΕ μπορεί να επιμένει ότι η Τουρκία οφείλει να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις της απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία. Παράλληλα, όμως, πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιδιώκουν να κρατήσουν την Άγκυρα κοντά στο ΝΑΤΟ και μακριά από υπερβολική εξάρτηση από τη Μόσχα ή το Πεκίνο.

Έτσι διαμορφώνεται ένας πρακτικός διαχωρισμός. Το Κυπριακό αντιμετωπίζεται ως σημαντική αλλά ειδική εκκρεμότητα, ενώ η Τουρκία αξιολογείται ως αναγκαίος στρατηγικός παράγοντας σε πολύ μεγαλύτερα μέτωπα. Για τη Λευκωσία αυτό είναι δυσάρεστο, αλλά αποτελεί την πραγματικότητα που οφείλει να ενσωματώσει στη στρατηγική της.

Το στρατηγικό αδιέξοδο

Το βασικό πρόβλημα της πολιτικής Χριστοδουλίδη δεν είναι ότι ενισχύει τις σχέσεις με τις ΗΠΑ, το Ισραήλ ή τις ευρωπαϊκές χώρες. Αυτές οι σχέσεις είναι αναγκαίες. Το πρόβλημα είναι ότι οι σχέσεις αυτές παρουσιάζονται συχνά ως υποκατάστατο ή ως καταλύτης μιας πολιτικής επίλυσης του Κυπριακού. Δημιουργείται η εντύπωση ότι η Κύπρος μπορεί, μέσω βάσεων, στρατιωτικών ασκήσεων, ενεργειακών σχεδίων και περιφερειακών σχημάτων, να συσσωρεύσει τέτοια ισχύ ώστε να εξαναγκάσει την Τουρκία σε υποχώρηση.

Κάποιοι θα εύχονταν να ήταν έτσι, δυστυχώς όμως αυτή η προσδοκία δεν στηρίζεται σε πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων. Οι μεγάλοι εταίροι της Κύπρου δεν πρόκειται να εγκαταλείψουν την Τουρκία ούτε να οργανώσουν την περιφερειακή τους πολιτική γύρω από το Κυπριακό. Θα συνεχίσουν να συνεργάζονται με τη Λευκωσία εκεί όπου τους είναι χρήσιμη και με την Άγκυρα εκεί όπου είναι αναγκαία. 

Ως εκ τούτου η πραγματικά ωφέλιμη εξωτερική πολιτική θα έπρεπε να μετατρέπει τις διεθνείς σχέσεις σε εργαλεία λύσης και όχι σε μηχανισμό αναβολής της. Η στρατηγική συνεργασία με τις ΗΠΑ και την ΕΕ θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο εάν χρησιμοποιούνταν για την επανέναρξη διαπραγματεύσεων, για συγκεκριμένα κίνητρα προς την Τουρκία, για ισχυρές εγγυήσεις εφαρμογής μιας συμφωνίας και για σύνδεση της περιφερειακής συνεργασίας (όπως π.χ. στην ενέργεια και στην εξόρυξη φυσικού αερίου) με την επανένωση της Κύπρου.

Οι τελευταίες προσπάθειες του ΟΗΕ δείχνουν ότι το Κυπριακό παραμένει ανοικτό, αλλά η ουσιαστική διαπραγμάτευση εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με βαθιές διαφωνίες για τη μορφή της λύσης, την πολιτική ισότητα και τον μελλοντικό ρόλο της Τουρκίας. Ο Χριστοδουλίδης δηλώνει ότι επιδιώκει επανέναρξη στη βάση της ΔΔΟ. Η αξιολόγησή του, όμως, δεν θα κριθεί από τις δηλώσεις ούτε από τον αριθμό των διεθνών επαφών, αλλά από το κατά πόσον οι συμμαχίες του παράγουν κίνηση προς αυτή την κατεύθυνση. Δυστυχώς η κυβέρνηση οικοδομεί μια εξωτερική πολιτική υψηλού συμβολισμού αλλά περιορισμένης απόδοσης, αφού δεν φέρνει τη λύση πιο κοντά. 

Εάν η αντίφαση αυτή παραμείνει, η εξωτερική πολιτική Χριστοδουλίδη την οποία urbi et orbi διατυμπανίζει, δεν θα είναι απλώς ανεπαρκής. Μπορεί να αποδειχθεί βαθιά επιζήμια, ακόμη και καταστροφική σε περίπτωση μιας νέας περιφερειακής κρίσης, όπως ήδη έχει επισημάνει ο ΓΓ του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, επειδή θα έχει σπαταλήσει πολύτιμο χρόνο καλλιεργώντας την ψευδαίσθηση ότι οι συμμαχίες στρατιωτικού τύπου, μπορούν να λύσουν για την Κύπρο ένα πρόβλημα που μόνο μια τολμηρή, ρεαλιστική και επίμονη στρατηγική μπορεί να αντιμετωπίσει.

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.

Διαβάστε περισσότερα