Του Αμπντάλα Ατάρι*
Διαβάζοντας το άρθρο της κ. Αίγλης Τούμπα υπό τον τίτλο «Γιασέρ Αραφάτ» και κρίνοντας από το ελληνικό όνομα της γράφουσας, θεώρησα πως πρόκειται για άτομο το οποίο, στην καλύτερη περίπτωση, δεν τρέφει και τα καλύτερα αισθήματα για τον λαό της Παλαιστίνης, ελέω προκατάληψης, ή πρόκειται για άτομο που απέχει παρασάγγας από την ιστορική αλήθεια. Ωστόσο, διαψεύστηκα καθώς πρόκειται για συνδυασμό των δύο.
Το εν λόγω κείμενο αποτελεί τρανταχτό παράδειγμα επιλεκτικής και κοντόφθαλμης ανάγνωσης της ιστορίας, το οποίο όχι μόνο αδικεί τον παλαιστινιακό λαό αλλά ασελγεί κατά της αλήθειας, ιστορικής και μη. Με δεδομένη μάλιστα την ιδιότητά της ως προέδρου του Κυπρο–Ισραηλινού Συνδέσμου, οφείλει να μην αναπαράγει ανακρίβειες-λάσπη κατά του εθνάρχη της Παλαιστίνης, Γιασέρ Αραφάτ, μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του 20ού αιώνα. Θα περίμενε κανείς μια προσέγγιση με περισσότερη ευθύνη, γνώση και ιστορική ευαισθησία, ιδιαίτερα σε μια χώρα όπως η Κύπρος, που γνωρίζει από πρώτο χέρι τι πάει να πει κατοχή και αγώνας για αυτοδιάθεση. Αντ’ αυτού, διαβάζουμε ένα κείμενο που βρίθει ανακριβειών και παραλείψεων, ενώ είναι εμφανής η διάθεση να παρουσιαστεί ο παλαιστινιακός αγώνας με όρους που καμία σχέση δεν έχουν με την ιστορική πραγματικότητα.
Η Κύπρος γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνει ηγέτης-σύμβολο, καθώς η στενή φιλία και συνεργασία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου με τον Αραφάτ είναι ιστορικά τεκμηριωμένη και εκφράζει τον αμοιβαίο σεβασμό δύο λαών με εμπειρία καταπίεσης και αποικιοκρατίας. Η αρθρογράφος θα έπρεπε να γνωρίζει πως ο Αραφάτ δεν υπήρξε ποτέ «εχθρός της ειρήνης» όπως παρουσιάζεται… κάτι που σίγουρα το γνωρίζει, ωστόσο για προφανείς λόγους το αποκρύπτει. Δεν ήταν τυχαίο ότι τον τίμησε η διεθνής κοινότητα με το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης, κάτι που δεν ισχύει για τον σημερινό Πρωθυπουργό του Ισραήλ, κατά του οποίου το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο έχει εκδώσει ένταλμα σύλληψης. Φαντάζομαι, ούτε αυτό ήταν τυχαίο.
Επιπρόσθετα, η Συμφωνία του Όσλο, που υπέγραψε με τον Γιτζάκ Ράμπιν, άνοιξε την πρώτη πραγματική ευκαιρία ειρήνης στην περιοχή. Κι όμως, η αρθρογράφος προσπαθεί να παρουσιάσει τον Αραφάτ ως υπεύθυνο για την αποτυχία της διαδικασίας, αποσιωπώντας επιμελώς την καθοριστική πραγματικότητα ότι τόσο ο Ράμπιν όσο και ο Αραφάτ έπεσαν θύματα ανθρώπων που προέρχονταν από τον ίδιο χώρο: Ισραηλινών ακραίων στοιχείων που δεν άντεξαν την προοπτική της ειρήνης.
Εξίσου προβληματικός είναι και ο τρόπος με τον οποίον παρουσιάζεται το περιστατικό στη Λάρνακα το 1985. Η κ. Τούμπα κάνει λόγο για «δολοφονίες», αποφεύγοντας όμως να αναφέρει ποιοι ήταν οι άνθρωποι στο γιοτ. Δεν ήταν άμαχοι ούτε αθώοι παραθεριστές. Σύμφωνα με τις δημοσιογραφικές και αναλυτικές πηγές της εποχής, επρόκειτο για στελέχη ισραηλινών υπηρεσιών ασφαλείας (η περίφημη Μοσάντ), που χρησιμοποιούσαν επί χρόνια ένα κότερο ως επιχειρησιακή βάση στην Κύπρο. Η αποσιώπηση αυτού του πλαισίου διαστρεβλώνει πλήρως την εικόνα του περιστατικού, μετατρέποντας τους επιχειρησιακούς πράκτορες σε «θύματα» και τον Αραφάτ σε υπαίτιο.
Και το παράδοξο: Η Κύπρος αυτές τις μέρες με μια έκθεση τιμά τα 70 χρόνια από τον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ και τους αγωνιστές της: τον Αυξεντίου, τον Μάτση, τον Παλληκαρίδη, τον Δράκο, τον Καραολή και πολλούς άλλους. Είναι λοιπόν απορίας άξιο γιατί οι πράξεις, που εδώ τιμώνται ως ηρωικές, όταν τις πραγματοποιεί ο παλαιστινιακός λαός χαρακτηρίζονται «τρομοκρατία». Αυτή η διπλή μέτρηση είναι ιστορικά άδικη και ηθικά αντιφατική. Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε -με το σκεπτικό της κ. Τούμπα- «τρομοκράτες» όλους όσοι έπεσαν για την ελευθερία και την αυτοδιάθεση; Θα ήταν, το λιγότερο, προσβλητικό για το σύνολο του λαού της Κύπρου και κυρίως για τη μνήμη των νεκρών.
Και για να αποκατασταθεί η ιστορική πραγματικότητα, ο Γιασέρ Αραφάτ, από το 1965 (χρονιά που ξεκίνησε ο ένοπλος αγώνας κατά της κατοχής) και έπειτα, μελέτησε τους αγώνες άλλων λαών που απελευθερώθηκαν από την αποικιοκρατία, όπως του Βιετνάμ, της Αλγερίας και, φυσικά, της Κύπρου. Σε μόλις εννέα χρόνια, το 1974, κατάφερε να φέρει το παλαιστινιακό ζήτημα από την αφάνεια στην έδρα του ΟΗΕ, όπου ολόκληρος ο κόσμος τον υποδέχθηκε ως τον νόμιμο εκπρόσωπο ενός λαού με δικαίωμα σε ελευθερία και κράτος, λέγοντας τη γνωστή φράση «Ήρθα κρατώντας στο ένα χέρι ένα κλαδί ελιάς και στο άλλο το όπλο του αγωνιστή για την ελευθερία. Μην αφήσετε το κλαδί ελιάς να πέσει από το χέρι μου».
Επίσης, το 1993 δεν ήταν «ευκαιρία που δεν αξιοποιήθηκε» από τον Αραφάτ. Ήταν η μεγαλύτερη ιστορική παραχώρηση: αποδέχθηκε κράτος σε μόλις 22% της ιστορικής Παλαιστίνης, με μόνο στόχο την ειρήνη, πραγματικότητα την οποία δεν αμφισβητεί κανένας σοβαρός άνθρωπος.
Είναι λυπηρό ότι το άρθρο της κυρίας Τούμπα αντιστρέφει την ιστορία, παρουσιάζοντας την παλαιστινιακή πλευρά ως «αρνητή της ειρήνης», ενώ αποσιωπά πλήρως τον ρόλο ακραίων ισραηλινών ηγεσιών που διέλυσαν κάθε προοπτική λύσης. Σιωπά για την πολιτική κληρονομιά ηγετών-τρομοκρατών όπως ο Μπεγκίν, ο Σαμίρ, ο Σαρόν, ο Νετανιάχου.
Βέβαια, δεν μπορώ να μην αναφερθώ και σε μια πρόδηλη αντίφαση στην οποία πέφτει η κ. Τούμπα, η οποία λέει πως «Για τους Κύπριους, που ζούμε καθημερινά με τη δική μας ιστορία διαίρεσης, τα μαθήματα είναι ξεκάθαρα». Θεωρείτε ότι αυτό που περνούν οι Παλαιστίνιοι: κατοχή, απαρτχάιντ, προσάρτηση εδαφών, εποικισμός, γενοκτονία, εθνοκάθαρση, δεν είναι ξεκάθαρο;;;
Καλό θα ήταν όταν ο οποιοσδήποτε αναφέρεται σε αγώνες και ηγέτες που έχουν κοινά χαρακτηριστικά με την Κύπρο να είναι δυο φορές προσεκτικός διότι ο κίνδυνος να πέσει σε ιστορική αντίφαση και ηθική προσβολή για τον ίδιο του τον τόπο είναι πολύ μεγάλος.
Το ίδιο συμβαίνει και στην αρχή του κειμένου, όταν η αρθρογράφος αναφέρει πως ο Αραφάτ «δεν έθεσε τα θεμέλια της ειρήνης αλλά τα ερείπιά της». Αρκεί η κ. Τούμπα να στρέψει το βλέμμα της στη Γάζα για να κατανοήσει την πραγματική έννοια της λέξης «ερείπια». Ίσως να μην μπορεί διότι οι παρωπίδες τής κρύβουν τη «θέα» των διαμελισμένων παιδιών.
Ο παλαιστινιακός λαός υπήρξε και παραμένει δεσμευμένος στην ειρήνη και δεν μπορεί να επιτρέψει να παραμορφώνεται η ιστορική του αλήθεια, μια αλήθεια η οποία δεν εξαφανίζεται επειδή κάποιοι αποφασίζουν να την παραλείψουν.
Οι ιστορίες της Παλαιστίνης και της Κύπρου συναντώνται στον κοινό αγώνα για ελευθερία. Αν η κ. Τούμπα επιθυμεί να συμβάλει σε έναν έντιμο διάλογο οφείλει να παρουσιάζει τα γεγονότα ολόκληρα, όχι επιλεκτικά. Τα κόκαλα του Αραφάτ, όπως άλλων ηγετών που έδωσαν τη ζωή τους για την πατρίδα, θα τρίζουν μπροστά σε τέτοιου είδους ανιστόρητες και κυρίως επί σκοπού παραποιήσεις.
Υ.Γ.: Η σύγχυση για το ποιος είναι τρομοκράτης και ποιος αγωνιστής της ελευθερίας μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ… καλή ώρα.
*Πρέσβη του κράτους της Παλαιστίνης στην Κύπρο






