Ηφονική έκρηξη την περασμένη εβδομάδα στο εργοστάσιο μπισκότων των Τρικάλων, που στοίχισε τη ζωή σε πέντε εργάτριες την ώρα του μεροκάματου, είναι πλέον ξεκάθαρο ότι δεν ήταν ατύχημα και μία κακιά στιγμή αλλά αποτέλεσμα πολύμηνης διαρροής προπανίου από τις δεξαμενές που βρίσκονταν κάτω από το εργοστάσιο, τις μη συντηρημένες σωλήνες μεταφοράς του και άλλα γενικότερα προβλήματα ασφάλειας που διαπιστώθηκαν εκεί. Προβλήματα τα οποία είχαν επανειλημμένως υποδείξει οι εργαζόμενοι αλλά αντιμετωπίστηκαν από την εργοδοσία με εγκληματική αδιαφορία.
Το τραγικό αυτό συμβάν πρέπει να ηχήσει σαν καμπανάκι κινδύνου και για εμάς εδώ στην Κύπρο, γιατί και σε εμάς πολλά εργοστάσια και άλλοι χώροι εργασίας δεν εφαρμόζουν τους κανόνες ασφαλείας και προστασίας των εργαζομένων και οι γενικότερες συνθήκες εργασίας σε αυτά είναι από πρωτόγονες έως τριτοκοσμικές. Και δεν μιλάμε μόνο για μικρές μονάδες και επιχειρήσεις αλλά και για κανονικά εργοστάσια, με πολύ προσωπικό και μεγάλο κύκλο εργασίας και φυσικά μεγάλα κέρδη.
Δεν γενικεύουμε. Φυσικά και υπάρχουν εργοστάσια και χώροι εργασίας που είναι σύγχρονοι, άψογοι και προσφέρουν στο προσωπικό τους ασφαλές και ανθρώπινο περιβάλλον εργασίας. Όμως δυστυχώς αυτοί είναι η μειοψηφία.
Κοντά μας φτάνουν συχνά καταγγελίες για εργοστάσια-παγίδες, χωρίς ή με φραγμένες τις εξόδους κινδύνου, με χώρους εργασίας δίπλα ή πάνω από εύφλεκτα και άλλα επικίνδυνα υλικά, με φθαρμένες καλωδιώσεις, αμιάντινες και τσίγκινες στέγες, χωρίς εξαερισμό, σωστές θερμοκρασίες -χειμώνα και καλοκαίρι- υποτυπώδεις έως άθλιους χώρους υγιεινής, χωρίς τραπεζαρίες και χώρους ξεκούρασης κατά το διάλειμμα. Με μία απλή βόλτα στις κατά τόπους βιομηχανικές και βιοτεχνικές ζώνες, αυτά και πολλά άλλα είναι ευδιάκριτα από τον δρόμο και χωρίς να χρειάζεται να εισέλθει κάποιος στο εσωτερικό για να αντιληφθεί τι πραγματικά συμβαίνει.
Διερωτώμαστε ειλικρινά τι κάνουν όλες οι αρμόδιες υπηρεσίες, το Υπουργείο Εργασίας, η Επιθεώρηση Εργασίας, η Πυροσβεστική, η Ηλεκρομηχανολογική Υπηρεσία, η Πολεοδομία, οι τοπικές Αρχές. Πολλά εργοστάσια λειτουργούν είτε χωρίς τις απαραίτητες άδειες είτε, αν έχουν εξασφαλίσει κάποια άδεια πριν από πολλά χρόνια, κανείς από τότε δεν ξαναπάτησε το κατώφλι τους για να ελέγξει αν τηρούνται οι κανόνες και προϋποθέσεις αδειοδότησής τους. Γνωρίζουμε το χιλιοειπωμένο «επιχείρημα» περί έλλειψης επαρκούς προσωπικού για να καλύψει τις ανάγκες των επιτόπιων και τακτικών επιθεωρήσεων αλλά αυτό δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία φθηνή δικαιολογία και «κάλυψη» για τους ανύπαρκτους ελέγχους. Όλοι οι εμπλεκόμενοι πρέπει επιτέλους να αντιληφθούν ότι η υποχρέωσή τους για την ασφάλεια στους χώρους εργασίας δεν εξαντλείται με τις πανηγυρικές ετήσιες «εβδομάδες ασφάλειας». Και αν οι ίδιοι δεν μπορούν να το αντιληφθούν, έχουν πολιτική ευθύνη και υποχρέωση να τους κάνουν να το αντιληφθούν οι υπουργοί, πολιτικοί προϊστάμενοι, των υπηρεσιών τους.
Τεράστιες όμως είναι και οι ευθύνες των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες, ενώ όφειλαν να είναι το μάτι, το αφτί και κυρίως η φωνή των εργαζομένων για τα θέματα ασφάλειας στους χώρους εργασίας, περί άλλα τυρβάζουν.
Αν όλα αυτά δεν ληφθούν σοβαρά υπόψη και αν δεν ξυπνήσουν επιτέλους από τον λήθαργό τους όλοι οι εμπλεκόμενοι, πολύ φοβόμαστε ότι σύντομα θα θρηνήσουμε και εμείς στα ερείπια κάποιας δικιάς μας «Βιολάντα».





