Οι διαβουλεύσεις και το παρασκήνιο με στόχο την τροποποίηση του Συντάγματος ώστε να προχωρήσει η κατά συνθήκη παρακολούθηση των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων αποτελεί μια από τις πιο κρίσιμες θεσμικές δοκιμασίες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν πρόκειται απλώς για μια τεχνική ρύθμιση ποινικού δικαίου αλλά για μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην ασφάλεια και τις ατομικές ελευθερίες, μια ισορροπία που κάθε δημοκρατία καλείται να διαχειριστεί με προσοχή.
Από τη μία πλευρά, η ανάγκη των διωκτικών Αρχών, όπως η Αστυνομία Κύπρου και ευρύτερα η υπηρεσία ασφαλείας, για σύγχρονα εργαλεία είναι προφανής. Η εξέλιξη του οργανωμένου εγκλήματος, η τρομοκρατία και τα ψηφιακά αδικήματα δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η απουσία δυνατότητας παρακολούθησης επικοινωνιών μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά για την αποτελεσματική διερεύνηση σοβαρών υποθέσεων. Υπό αυτή την έννοια, η προωθούμενη νομοθεσία επιχειρεί να καλύψει ένα πραγματικό και υπαρκτό κενό.
Ωστόσο, η άλλη όψη του νομίσματος είναι εξίσου σημαντική. Η πρόνοια που παρέχει στον Γενικό Εισαγγελέα την εξουσία να εγκρίνει μονομερώς την άρση του απορρήτου, ιδίως για λόγους «ασφάλειας της Δημοκρατίας», εγείρει εύλογες ανησυχίες. Σε ένα κράτος δικαίου, η συγκέντρωση τόσο ευαίσθητων εξουσιών σε ένα πρόσωπο, έστω και αν θεωρείται ο θεσμός ως ανεξάρτητος, δημιουργεί τον κίνδυνο κατάχρησης ή, τουλάχιστον, υποψία για κάτι τέτοιο. Ωστόσο, υπό αυτή την έννοια, η όποια εμπιστοσύνη των πολιτών είναι εξίσου σημαντική με την ίδια τη νομιμότητα.
Οι αντιδράσεις από κόμματα και κυρίως το γεγονός ότι μια τέτοια αλλαγή του Συντάγματος είναι αναγκαία με απόλυτη πλειοψηφία των 2/3 των μελών του Κοινοβουλίου αναδεικνύουν ακριβώς και επιτείνουν τον προβληματισμό που έχει σχέση με την ανάγκη δημιουργίας θεσμικών αντιβάρων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η σύσταση συλλογικού οργάνου που θα εγκρίνει τέτοιες αποφάσεις κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς εισάγει ένα στοιχείο ελέγχου και διαφάνειας. Παράλληλα, η εμπλοκή της δικαστικής εξουσίας μέσω έκδοσης διατάγματος θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω τη θεσμική θωράκιση.
Η αναγκαιότητα για αυξημένη πλειοψηφία για την τροποποίηση του Συντάγματος καθιστά αναγκαίο τον συμβιβασμό. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο θετικό στοιχείο αφού καμία εκ των διαφόρων απόψεων δεν μπορεί να επιβληθεί σε βάρος άλλης αντίληψης. Είναι εν ολίγοις σαφές πως η ουσία δεν είναι μόνο αν θα υπάρξει άρση απορρήτου, αυτό θεωρείται πλέον αναπόφευκτο, αλλά και υπό ποιες εγγυήσεις θα γίνει αυτό. Αν η τελική ρύθμιση κατορθώσει να συνδυάσει αποτελεσματικότητα στην καταπολέμηση του εγκλήματος με ισχυρές δικλίδες προστασίας των δικαιωμάτων, τότε θα πρόκειται για μια ώριμη θεσμική εξέλιξη.
Αν όχι, υπάρχει ο κίνδυνος να ανοίξει μια επικίνδυνη πόρτα για το μέλλον...






