Έστω και με αρκετή καθυστέρηση, η κυβέρνηση ακολούθησε χθες το παράδειγμα των πλείστων ευρωπαϊκών κρατών και ανακοίνωσε κάποια έκτακτα μέτρα για αντιμετώπιση των οικονομικών επιπτώσεων από τον συνεχιζόμενο εδώ και σχεδόν ένα μήνα νέο πόλεμο στην Μέση Ανατολή.
Τα μέτρα όμως που ανακοίνωσε η κυβέρνηση, αν και θα προσφέρουν κάποια ανακούφιση είναι εμφανώς πιο συγκρατημένα από εκείνα που υιοθέτησαν άλλες χώρες και κυρίως από εκείνα που απαιτούν οι περιστάσεις.
Είναι δε εστιασμένα στις πρώτες άμεσες επιπτώσεις που ουδόλως όμως είναι ενδεικτικές του πραγματικού μεγέθους των συνεπειών που θα έχει στην κυπριακή οικονομία και κοινωνία η νέα γεωπολιτική κρίση στην περιοχή.
Ανεξαρτήτως του πότε και πως θα τελειώσει αυτός ο πόλεμος, η Κύπρος θα υποστεί μεγάλο οικονομικό πλήγμα. Η επερχόμενη τουριστική περίοδος θεωρείται ήδη σχεδόν χαμένη και λόγω της γεωγραφικής μας εγγύτητας με τις εμπόλεμες περιοχές και λόγω της μη ψύχραιμης και αυτοκαταστροφικής διαχείρισης του χτυπήματος στη βάση Ακρωτηρίου από την κυβέρνηση και κυρίως τον Πρόεδρο. Συναφείς με τον τουρισμό επιχειρήσεις θα δοκιμαστούν σκληρά και όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις οι πρώτοι που θα πληρώσουν το μεγαλύτερο τίμημα θα είναι οι εργαζόμενοι, με πολλούς από αυτούς να μένουν άνεργοι.
Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα που θα αντιμετωπίσει ο Κύπριος καταναλωτής θα είναι οι αυξήσεις στις τιμές όλων των βασικών προϊόντων, τοπικών και εισαγόμενων, και ως αποτέλεσμα των αυξήσεων σε καύσιμα και ηλεκτρισμό αλλά και των αυξήσεων στα μεταφορικά, λόγω της διακοπής της απρόσκοπτης ναυσιπλοΐας στα στενά του Ορμούζ. Αυξήσεις, που δεν θα είναι πρόσκαιρες, αλλά θα μας μείνουν για πάντα, ακόμα και αν κάποια στιγμή εκλείψουν οι σημερινές ειδικές συνθήκες. Γιατί ως γνωστόν στην Κύπρο οι τιμές ποτέ δεν πέφτουν αλλά μόνο και πάντα ανεβαίνουν και τα σπασμένα κάθε κρίσης τα πληρώνει πάντα ο πολίτης και ο καταναλωτής.
Αυτό είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα του πακέτου μέτρων που ανακοίνωσε χθες η Κυβέρνηση. Δεν περιλαμβάνει μέτρα που να επιβάλλουν την συγκράτηση των τιμών σε λογικά και φυσιολογικά επίπεδα και κυρίως να αποτρέπουν τα φαινόμενα αισχροκέρδειας. Η κυβέρνηση αρνείται επίμονα να παρέμβει ακόμα και σε τέτοιες ειδικές συνθήκες στη διαμόρφωση των τιμών και να επιβάλει όρια και πλαφόν εκεί που είναι αναγκαίο και αφήνει και πάλι εκτεθειμένους τους καταναλωτές.
Μπορεί λοιπόν η μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα κίνησης, η μείωση του συντελεστή ΦΠΑ στον ηλεκτρισμό και ο μηδενικός συντελεστής ΦΠΑ σε κρέας, πουλερικά και ψάρια για κάποιους μήνες να ανακουφίσει μερικώς και βραχυπρόθεσμα τους καταναλωτές, αν δεν διασφαλιστεί όμως ταυτόχρονα ότι και οι τιμές στα υπόλοιπα καταναλωτικά αγαθά θα συγκρατηθούν, τότε τα μέτρα αυτά θα είναι δώρο άδωρο.







