Μια σημαντική μερίδα πολιτών είναι πεπεισμένη, ότι στα ανώτατα δώματα της δικαστικής εξουσίας κατοικοεδρεύουν διεφθαρμένοι δικαστές. Πρόκειται για μια αντίληψη που καλλιεργήθηκε τα τελευταία χρόνια, κυρίως μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, και διογκώθηκε ανεξέλεγκτα εξαιτίας της απουσίας αντίλογου. Οι ίδιοι οι δικαστές, αντί να προβαίνουν σε τεκμηριωμένες και πειστικές απαντήσεις απέναντι στις κατά καιρούς κατηγορίες, επιλέγουν τη σιωπή. Η στάση αυτή, ωστόσο, έχει ως αποτέλεσμα να ενισχύεται η δυσπιστία της κοινής γνώμης, οδηγώντας σε φαινόμενα απαξίωσης και χλευασμού της δικαστικής εξουσίας.
Οι καταγγελίες του Μακάριου Δρουσιώτη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για διεφθαρμένους δικαστές που χρηματίζονταν, για δικαστή παιδοβιαστή αλλά και για μεγαλοδικηγόρο που καταγγέλλεται και από συναδέλφους του, ότι απολαμβάνει συστηματικά ευνοϊκές αποφάσεις στο Ανώτατο Δικαστήριο, έχουν προκαλέσει έντονη αίσθηση στην κοινή γνώμη. Οι πολίτες παρακολουθούν τις εξελίξεις με έντονο ενδιαφέρον, αναμένοντας την τεκμηρίωση των καταγγελιών απο πλευράς Δρουσιώτη.
Ο μεγαλοδικηγόρος…
Η περίπτωση του μεγαλοδικηγόρου της πρωτεύουσας, που φέρεται να μην χάνει υποθέσεις στο Ανώτατο Δικαστήριο, απασχόλησε ξανά την κοινή γνώμη στις αρχές του 2019, όταν ο τότε γενικός εισαγγελέας, Κώστας Κληρίδης, συγκρούστηκε με πρώην συναδέλφους του δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αιτία αποτέλεσε, η ακύρωση πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης, με βάση την οποία είχε οδηγηθεί στη φυλακή κορυφαίο τραπεζικό στέλεχος, κατηγορούμενο για χειραγώγηση της αγοράς.
Ο αδελφός του γενικού εισαγγελέα, δικηγόρος Νίκος Κληρίδης, κατήγγειλε, ότι μετά την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος και το «κούρεμα» των καταθέσεων, όλες οι σοβαρές υποθέσεις που αφορούσαν συγκεκριμένο τραπεζικό ίδρυμα εκδικάστηκαν από δικαστές, οι οποίοι φέρονται να είχαν άμεση ή έμμεση σχέση με τον εν λόγω μεγαλοδικηγόρο. Ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, όλες οι υποθέσεις κατέληξαν υπέρ της τράπεζας. Προς ενίσχυση των καταγγελιών του, ο Νίκος Κληρίδης δημοσιοποίησε ονομαστικό κατάλογο, επιχειρώντας να καταδείξει τις διασυνδέσεις μεταξύ δικαστών και του γραφείου του συγκεκριμένου μεγαλοδικηγόρου.
Το χαστούκι από το ΕΔΑΔ
Εξαιτίας του εν λόγω μεγαλοδικηγόρου και ενός συμπέθερου δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τον Ιανουάριο του 2018 το Ανώτατο Δικαστήριο δέχθηκε σοβαρό πλήγμα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το ΕΔΑΔ έκρινε, ότι πολίτης δεν έτυχε δίκαιης δίκης, καθώς όπως διαπίστωσε, το Εφετείο που απέρριψε την προσφυγή του για παράνομη απόλυση, δεν πληρούσε τα εχέγγυα αμεροληψίας.
Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι είχε αποκρυβεί το γεγονός, πως ένας εκ των δικαστών διατηρούσε συγγενική σχέση (συμπεθεριά) με τον μεγαλοδικηγόρο, που εκπροσωπούσε τον εργοδότη του παραπονούμενου. Η εν λόγω συγγένεια δεν γνωστοποιήθηκε, καθώς ο συγκεκριμένος δικαστής θα υποχρεωνόταν να εξαιρεθεί. Η απόκρυψη της συγγένειας έθεσε υπό αμφισβήτηση την αμεροληψία της διαδικασίας και οδήγησε, τελικά, στην ακύρωση της δικαστικής απόφασης και στον εξευτελισμό του Ανώτατου Δικαστηρίου.
Πρόσφατα, μια ακόμη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου προκάλεσε την έντονη αντίδραση μιας μεγάλης μερίδας της κοινής γνώμης, η οποία τη θεωρεί μεθοδευμένη και εκδικητική. Πρόκειται για την παύση της δικαστού Ντόριας Βαρωσιώτου, η οποία, σε αντίθεση με τους προκατόχους της, αποφάνθηκε ότι ο θάνατος του στρατιώτη Θανάση Νικολάου, πριν από σχεδόν 20 χρόνια, οφείλεται σε εγκληματική ενέργεια. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ενεργώντας ως Δικαστικό Συμβούλιο, προχώρησε στην παύση της, κρίνοντάς την ουσιαστικά ως ακατάλληλη για Δικαστή. Ωστόσο, δεν προέβη σε ακύρωση των ευρημάτων της αναφορικά με τα αίτια θανάτου του Θανάση Νικολάου. Η αντίφαση αυτή τροφοδοτεί περαιτέρω τη δυσπιστία της κοινής γνώμης.
Απουσιάζει η λογοδοσία
Οι δικαστές οφείλουν να δέχονται τόσο τον θεσμικό έλεγχο, όσο και την καλόπιστη κριτική. Η εμπιστοσύνη των πολιτών δεν βασίζεται μόνο στην ανεξαρτησία τους, αλλά και στη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την αντικειμενικότητα των αποφάσεών τους.
Συνεπώς, η δημόσια παρουσία της δικαστικής εξουσίας πρέπει να ενισχυθεί μέσα από θεσμούς, όπως τακτικές ενημερώσεις από τα ανώτατα δικαστικά όργανα και ετήσιες εκθέσεις απολογισμού. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ελλάδας, ο Άρειος Πάγος, διαθέτει Γραφείο Τύπου και διορισμένο εκπρόσωπο Τύπου, ο οποίος είναι δικαστής. Τέτοιες πρακτικές δεν υπονομεύουν την ανεξαρτησία των δικαστών, αλλά αντίθετα ενισχύουν την εμπιστοσύνη των πολιτών, διασφαλίζοντας ότι η δικαστική εξουσία λειτουργεί με διαφάνεια, υπευθυνότητα και λογοδοσία.
Ας προβληματιστούν οι δικαστές προτού να είναι αργά, για το συνεχώς διογκούμενο κλίμα απαξίωσης της δικαστικής εξουσίας.
michalis.h@politis.com.cy







