Σε αυξημένη επιφυλακή βρίσκονται οι ευρωπαϊκές υγειονομικές Αρχές μετά τον εντοπισμό πολυκρατικής επιδημίας σαλμονέλας, η οποία έχει ήδη καταγραφεί σε τουλάχιστον έξι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, καθώς και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του European Centre for Disease Prevention and Control (ECDC), περίπου 50 επιβεβαιωμένα περιστατικά έχουν καταγραφεί από τον Ιανουάριο έως τον Απρίλιο του 2026, με τις υγειονομικές Αρχές να επιχειρούν να εντοπίσουν την κοινή πηγή μόλυνσης. Η επιδημία αφορά το στέλεχος Salmonella Bovismorbificans, με τα περισσότερα περιστατικά να εντοπίζονται σε ενήλικες, κυρίως γυναίκες, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις κρίθηκε αναγκαία η νοσηλεία ασθενών. Τα επιδημιολογικά δεδομένα δείχνουν ότι σημαντικός αριθμός των κρουσμάτων παρουσιάζει στενή γενετική συγγένεια, γεγονός που ενισχύει το ενδεχόμενο κοινής εστίας μετάδοσης μέσω τροφίμων.
Οι πρώτες ενδείξεις από τη διερεύνηση των περιστατικών στρέφουν την προσοχή σε τρόφιμα φυτικής προέλευσης και ειδικότερα σε βλαστημένους σπόρους και προϊόντα τύπου microgreens. Σε αρκετές χώρες, οι ασθενείς ανέφεραν κατανάλωση τέτοιων προϊόντων πριν από την εκδήλωση συμπτωμάτων, στοιχείο που έχει ήδη τεθεί στο μικροσκόπιο των Αρχών ασφάλειας τροφίμων. Η ιχνηλάτηση της διατροφικής αλυσίδας βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, με τη συνεργασία εθνικών Αρχών, ευρωπαϊκών οργανισμών και εργαστηρίων αναφοράς.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι οι τροφιμογενείς επιδημίες που σχετίζονται με βλαστημένους σπόρους παρουσιάζουν ιδιαίτερες προκλήσεις, λόγω της ταχείας κατανάλωσης των προϊόντων και της πολυπλοκότητας της αλυσίδας διανομής. Παράλληλα, οι υγειονομικές Αρχές καλούν τους καταναλωτές να τηρούν βασικούς κανόνες υγιεινής κατά την κατανάλωση ωμών προϊόντων φυτικής προέλευσης, ιδιαίτερα όσων δεν υπόκεινται σε θερμική επεξεργασία.
Υποχωρούν οι αναπνευστικοί ιοί
Την ίδια στιγμή, σε αντίθεση με την αυξημένη κινητοποίηση για τη σαλμονέλα, τα τελευταία επιδημιολογικά δεδομένα δείχνουν ότι η δραστηριότητα των βασικών αναπνευστικών ιών στην Ευρώπη βρίσκεται σε πτωτική πορεία. Σύμφωνα με το European Centre for Disease Prevention and Control, η διασπορά της εποχικής γρίπης, του RSV και του SARS-CoV-2 (κορωνοϊός) έχει μειωθεί σημαντικά, με τους δείκτες επιτήρησης να κινούνται πλέον σε χαμηλά επίπεδα στις περισσότερες χώρες. Η εικόνα αυτή αποδίδεται στη σταδιακή έξοδο από τη χειμερινή περίοδο αυξημένης μετάδοσης, χωρίς ωστόσο να αίρεται η ανάγκη για συνεχή επιτήρηση.
Σε ό,τι αφορά τη γρίπη των πτηνών, το ECDC επισημαίνει ότι ο συνολικός κίνδυνος για τον γενικό πληθυσμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το στέλεχος H5N1 παραμένει χαμηλός. Η μετάδοση στον άνθρωπο εξακολουθεί να συνδέεται κυρίως με άμεση επαφή με μολυσμένα πτηνά ή μολυσμένο περιβάλλον, χωρίς ενδείξεις σταθερής μετάδοσης από άνθρωπο σε άνθρωπο.







