Η τηλεϊατρική έχει πλέον περάσει, από τη σφαίρα της προσωρινής λύσης (εν καιρώ πανδημίας του κορωνοϊού), στο στάδιο της μόνιμης πρακτικής. Αυτό είναι το βασικό μήνυμα που εκπέμπεται διεθνώς τα τελευταία χρόνια, καθώς η εξ αποστάσεως παροχή υπηρεσιών υγείας αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι των σύγχρονων συστημάτων περίθαλψης. Την ίδια στιγμή, όμως, αυξάνονται και οι θεσμικές προειδοποιήσεις ότι πρόκειται για ένα εργαλείο με σημαντικά οφέλη αλλά και με κινδύνους που, αν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα, μπορούν να πλήξουν την ποιότητα της φροντίδας και την εμπιστοσύνη ασθενών και επαγγελματιών υγείας.
Σε πρόσφατη έκθεσή του, που δημοσιοποιήθηκε τις προηγούμενες εβδομάδες, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας απευθύνει σαφές μήνυμα προς τα κράτη, σημειώνοντας ότι «η τηλεϊατρική μπορεί να προσφέρει ταχύτητα και ευκολότερη πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, ωστόσο απαιτεί μετρήσιμα πρότυπα ποιότητας και συστηματική παρακολούθηση». Σε διαφορετική περίπτωση, προειδοποιεί ο Οργανισμός, «υπάρχει κίνδυνος να κλονιστεί η εμπιστοσύνη τόσο στις ίδιες τις υπηρεσίες όσο και στους επαγγελματίες που τις παρέχουν».
Ο ΠΟΥ, ήδη από τον Μάρτιο του 2024, είχε θέσει επί τάπητος την ανάγκη για θεσμική θωράκιση της τηλεϊατρικής, παρουσιάζοντας εργαλεία αξιολόγησης της ποιότητας των υπηρεσιών υγείας που παρέχονται εξ αποστάσεως. Το βασικό επιχείρημα ήταν ότι η γρήγορη διάδοση της τηλεϊατρικής, κυρίως μετά την πανδημία, δεν συνοδεύτηκε παντού από σαφείς οδηγίες για το πότε και πώς ενδείκνυται η χρήση της. Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, σε αρκετές χώρες η τηλεϊατρική εξελίχθηκε περισσότερο ως πρακτική ανάγκης παρά ως συνειδητή πολιτική επιλογή. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να παρατηρούνται μεγάλες διαφοροποιήσεις ως προς την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, την εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας και τους μηχανισμούς ελέγχου. Η πρόσφατη έκθεση επανέρχεται σε αυτό το σημείο, καλώντας τα κράτη να μην περιοριστούν στη διεύρυνση της χρήσης της τεχνολογίας αλλά να επενδύσουν σε κανόνες, αξιολόγηση και διαφάνεια.
Κυπριακή πραγματικότητα και ΓεΣΥ
Στην Κύπρο, η τηλεϊατρική έχει καθιερωθεί σταδιακά ως καθημερινή πρακτική, χωρίς ωστόσο να έχει προηγηθεί εκτενής δημόσια συζήτηση για τα όριά της. Στην πράξη, ο όρος καλύπτει ένα ευρύ φάσμα, από τηλεφωνικές επικοινωνίες και αποστολή εξετάσεων μέχρι εξ αποστάσεως επανεκτιμήσεις και συνεδρίες ψυχικής υγείας μέσω διαδικτύου. Για τους προσωπικούς αλλά και τους ειδικούς γιατρούς, ειδικά σε περιβάλλον ΓεΣΥ, η τηλεϊατρική αποτελεί αναμφίβολα ένα εργαλείο που διευκολύνει την εργασία τους. Η άμεση επικοινωνία με τους ασθενείς μειώνει τον χρόνο αναμονής, επιτρέπει ταχύτερο follow-up και διευκολύνει τη διαχείριση χρόνιων περιστατικών. Σε ένα σύστημα υγείας με αυξημένο φόρτο, η δυνατότητα εξ αποστάσεως επαφής θεωρείται συχνά αναγκαία για τη διατήρηση της λειτουργικότητας.
Ωστόσο, η εξάπλωση της τηλεϊατρικής συνοδεύεται και από απώλειες. Η φυσική παρουσία αποτελεί βασικό στοιχείο της σχέσης γιατρού–ασθενούς, όχι μόνο για τη διάγνωση αλλά και για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης. Η απουσία άμεσης κλινικής εξέτασης μπορεί να οδηγήσει σε ελλιπή αξιολόγηση συμπτωμάτων, ενώ η επικοινωνία μέσω τηλεφώνου ή οθόνης περιορίζει συχνά τη δυνατότητα παρατήρησης μη λεκτικών στοιχείων που έχουν σημασία για την ιατρική κρίση. Επιπλέον, η εξ αποστάσεως επαφή δεν είναι εξίσου προσβάσιμη για όλους, ιδιαίτερα για ηλικιωμένους ή άτομα με χαμηλό ψηφιακό γραμματισμό.
Διεθνή μέτρα
Οι ανησυχίες αυτές αποτυπώνονται και στα μέτρα που λαμβάνουν ορισμένες χώρες, όπως καταγράφονται στην πρόσφατη έκθεση του ΠΟΥ. Τα παραδείγματα αυτά, όπως επισημαίνει ο ΠΟΥ, δείχνουν ότι η διεθνής τάση δεν είναι η απόρριψη της τηλεϊατρικής αλλά η ενσωμάτωσή της σε αυστηρότερα θεσμικά πλαίσια, με σαφείς κανόνες και όρια. Συγκεκριμένα:
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, από την 1η Ιουνίου 2025, τέθηκε σε ισχύ ρύθμιση που απαγορεύει τη συνταγογράφηση ενέσιμων αισθητικών πράξεων χωρίς προηγούμενη διά ζώσης κλινική αξιολόγηση. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται ουσίες όπως η αλλαντική τοξίνη (Botox) και τα δερματικά fillers. Οι αρμόδιες Αρχές έκριναν ότι η εξ αποστάσεως αξιολόγηση, μέσω τηλεφώνου ή βιντεοκλήσης, δεν επαρκεί για την ασφαλή εκτίμηση της ανατομίας, των αντενδείξεων και των πιθανών επιπλοκών. Παράλληλα, στις κατευθυντήριες οδηγίες για τη συνταγογράφηση επισημαίνεται ότι η τηλεϊατρική δεν ενδείκνυται ως μοναδικό μέσο για την αρχική διάγνωση σύνθετων ή νέων περιστατικών αλλά, κυρίως, για παρακολούθηση και επανεκτίμηση.
Η Γερμανία επέλεξε μια πιο δομημένη και θεσμική προσέγγιση, θέτοντας όρια τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά. Στο γερμανικό σύστημα υγείας, η τηλεϊατρική επιτρέπεται κυρίως για follow-up, χρόνιες παθήσεις και περιπτώσεις όπου έχει ήδη προηγηθεί φυσική εξέταση. Για την αρχική διάγνωση νέων περιστατικών, η αποκλειστική χρήση εξ αποστάσεως επαφής θεωρείται μη επαρκής. Σε προηγούμενες φάσεις της ρύθμισης είχαν τεθεί και ποσοτικά όρια στη χρήση βιντεοσυμβουλών, με ανώτατο ποσοστό πράξεων εξ αποστάσεως ανά γιατρό (της τάξης περίπου του 20%), ώστε να αποτραπεί η πλήρης αντικατάσταση της διά ζώσης φροντίδας. Αν και τα όρια αυτά προσαρμόστηκαν με την πάροδο του χρόνου, η βασική αρχή παραμένει: η τηλεϊατρική δεν μπορεί να καταστεί η προεπιλεγμένη μορφή ιατρικής επαφής, ενώ ο ασθενής διατηρεί ρητά το δικαίωμα να ζητήσει φυσική εξέταση.
Στην Αυστραλία, οι ρυθμιστικές Αρχές προχώρησαν το 2025 σε επικαιροποίηση των κατευθυντήριων οδηγιών για την εξ αποστάσεως φροντίδα, δίνοντας έμφαση στην κλινική ευθύνη των επαγγελματιών υγείας. Οι οδηγίες αναφέρουν ότι η τηλεϊατρική δεν είναι κατάλληλη για νέα περιστατικά με ασαφή ή πολυσύνθετα συμπτώματα, ούτε για περιπτώσεις όπου απαιτείται φυσική εξέταση, ψηλάφηση ή άμεση παρατήρηση. Οι γιατροί υποχρεούνται να τεκμηριώνουν γιατί επέλεξαν την εξ αποστάσεως επαφή και φέρουν επαγγελματική ευθύνη εάν, εκ των υστέρων, κριθεί ότι η φυσική εξέταση ήταν αναγκαία. Δεν προβλέπεται συγκεκριμένο ποινικό καθεστώς αποκλειστικά για τη χρήση της τηλεϊατρικής, ωστόσο οι περιπτώσεις αυτές εμπίπτουν στο γενικό πλαίσιο πειθαρχικού και επαγγελματικού ελέγχου, με πιθανές κυρώσεις εάν διαπιστωθεί αμέλεια ή παραβίαση των κατευθυντήριων οδηγιών.





