Τον κώδωνα του κινδύνου για τη λειτουργία ακτινοδιαγνωστικών κέντρων χωρίς την παρουσία ακτινολόγου κρούουν οι ακτινολόγοι, εν μέσω της συνεχιζόμενης συζήτησης στη Επιτροπή Υγείας της Βουλής των Αντιπροσώπων του νομοσχεδίου που ρυθμίζει για πρώτη φορά το πλαίσιο αδειοδότησης και λειτουργίας των απεικονιστικών μονάδων στην Κύπρο. Όπως υποστηρίζουν, εάν το νομοσχέδιο ψηφιστεί στη σημερινή του μορφή, «η Κύπρος κινδυνεύει να γεμίσει με ακτινοδιαγνωστικά κέντρα χωρίς ακτινολόγους, χαμηλής ποιότητας και χωρίς ουσιαστικό έλεγχο».
Σε δηλώσεις της στον «Π», η γενική γραμματέας του δ.σ. της Ακτινολογικής Εταιρείας Κύπρου, Ελένη Ηρακλέους, εκφράζει έντονη ανησυχία για την κατεύθυνση που λαμβάνει το νομοσχέδιο, υποστηρίζοντας ότι αλλοιώνεται σε σχέση με το αρχικό του περιεχόμενο και υποβαθμίζει τον ρόλο του ακτινολόγου. Όπως αναφέρει, από το κείμενο αφαιρείται η υποχρεωτική φυσική παρουσία ιατρού ακτινολόγου κατά τη διενέργεια των εξετάσεων, με αποτέλεσμα η ακτινολογική πράξη να αποσυνδέεται από τον επιστημονικά υπεύθυνο ιατρό. «Ο ακτινολόγος φέρει τη νομική και την επιστημονική ευθύνη της διάγνωσης και της ακτινοπροστασίας. Η αντικατάστασή του από τεχνολόγο δεν τεκμηριώνεται επιστημονικά και δημιουργεί σοβαρά ζητήματα ασφάλειας», σημειώνει. Όπως υποστηρίζει, μια τέτοια προσέγγιση οδηγεί σε αποϊατρικοποίηση της διάγνωσης και υποβαθμίζει την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας.
Ακτινολόγοι vs Τεχνολόγοι
Κατά τη συζήτηση ενώπιον της Επιτροπή Υγείας, οι ακτινολόγοι και οι τεχνολόγοι ακτινολόγοι κατέθεσαν εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις ως προς την υποχρεωτική φυσική παρουσία ιατρού ακτινολόγου στα ακτινοδιαγνωστικά κέντρα. Οι ακτινολόγοι υποστήριξαν ότι η ακτινολογική πράξη αποτελεί ιατρική πράξη και δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη φυσική παρουσία του επιστημονικά υπεύθυνου ιατρού. Αντίθετα, οι εκπρόσωποι των τεχνολόγων και των διαγνωστικών κέντρων εξέφρασαν τη θέση ότι η υποχρεωτική φυσική παρουσία ακτινολόγου σε όλες τις πράξεις είναι πρακτικά ανεφάρμοστη. Όπως ανέφεραν, οι τεχνολόγοι διαθέτουν την κατάλληλη εκπαίδευση για τη διενέργεια των εξετάσεων, ενώ η εποπτεία και η γνωμάτευση μπορούν να παρέχονται μέσω τηλεακτινολογίας, πρακτική που, όπως υποστήριξαν, εφαρμόζεται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Οι δύο πλευρές διαφώνησαν επίσης ως προς τον βαθμό κινδύνου των εξετάσεων και την ανάγκη διαφοροποίησης μεταξύ απλών ακτινογραφιών και εξετάσεων υψηλότερου ρίσκου, όπως οι αξονικές και μαγνητικές τομογραφίες.
Θέλει γιατρό η ΟΣΑΚ
Στη συζήτηση παρεμβαίνουν και οι οργανωμένοι ασθενείς (ΟΣΑΚ), στηρίζοντας την παρουσία ιατρού στα ακτινοδιαγνωστικά κέντρα, ζητώντας ωστόσο διαφοροποίηση ανάλογα με το είδος των εξετάσεων. Σε δηλώσεις του στον «Π», ο επίτιμος πρόεδρος της ΟΣΑΚ, Μάριος Κουλούμας, επισημαίνει ότι κατά τη διάρκεια μιας εξέτασης μπορεί να προκύψουν απρόβλεπτα περιστατικά, όπως αλλεργικές αντιδράσεις ή άλλα επείγοντα, και ότι «για τους ασθενείς προέχει να υπάρχει άμεση ιατρική κάλυψη όταν χρειαστεί». Όπως εξηγεί, για εξετάσεις χαμηλού κινδύνου, όπως απλές ακτινογραφίες ή τεστ οστεοπόρωσης, δεν προκύπτει ανάγκη επιπρόσθετης ιατρικής παρουσίας, ενώ σε εξετάσεις υψηλότερου ρίσκου, όπως αξονικές και μαγνητικές τομογραφίες, η παρουσία γιατρού κρίνεται απαραίτητη. «Σε όλα τα κέντρα πρέπει να υπάρχει υπεύθυνος ακτινολόγος», σημειώνει, προσθέτοντας ότι ο ιατρός που θα καλύπτει ενδεχόμενα επείγοντα περιστατικά δεν χρειάζεται να είναι εξειδικευμένος ακτινολόγος.






