Καθώς η διεθνής συγκυρία εισέρχεται στο 2026, η Ανατολική Μεσόγειος δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη γεωγραφική περιφέρεια έντασης, αλλά ένα γεωπολιτικό κόμβο, όπου διασταυρώνονται οι μεγάλες στρατηγικές αντιπαραθέσεις της εποχής, όπως η ανασφάλεια στη Μέση Ανατολή, η ενεργειακή αναδιάταξη της Ευρώπης, η επανατοποθέτηση των Ηνωμένων Πολιτειών, το Κυπριακό και η διαρκής αναζήτηση ρόλου από την Τουρκία. Μέσα σ’ αυτό το ρευστό περιβάλλον, η Κύπρος και η Ελλάδα βρίσκονται ταυτόχρονα εκτεθειμένες σε κινδύνους και ενισχυμένες από ευκαιρίες, καλούμενες να κινηθούν με νηφαλιότητα, στρατηγικό βάθος και επίγνωση των πραγματικών συσχετισμών ισχύος.
Το τέλος του 2025 βρήκε την Ανατολική Μεσόγειο λιγότερο θορυβώδη σε επίπεδο ρητορικής, αλλά περισσότερο φορτισμένη σε επίπεδο υποδομών, συμμαχιών και μακροπρόθεσμων επιλογών. Οι πολεμικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, με επίκεντρο το Ισραήλ, τη Γάζα και τη σκιά του Ιράν, δεν εξαντλήθηκαν εντός των γεωγραφικών τους ορίων. Αντιθέτως, παρήγαγαν ένα νέο πλαίσιο ασφάλειας, μέσα στο οποίο η Κύπρος και η Ελλάδα αντιμετωπίζονται από τη Δύση όχι μόνο ως κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά ως σταθερές πλατφόρμες πολιτικής, στρατιωτικής και ενεργειακής εξισορρόπησης.
Η εμβάθυνση των τριμερών σχημάτων συνεργασίας, ιδιαίτερα μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, συνιστά ένα από τους πλέον σταθερούς άξονες αυτής της νέας πραγματικότητας. Δεν πρόκειται πλέον για σχήματα συμβολικού χαρακτήρα ή περιορισμένης θεματολογίας, αλλά για λειτουργικές συνεργασίες που εκτείνονται από την ασφάλεια και την άμυνα μέχρι την ενέργεια, την τεχνολογία και την πολιτική προστασία. Για την Κυπριακή Δημοκρατία, η συμμετοχή σε τέτοια σχήματα μεταφράζεται σε απτή γεωπολιτική αναβάθμιση, καθώς απομακρύνεται από το στερεότυπο του απομονωμένου μικρού κράτους και εντάσσεται σε ένα πλέγμα περιφερειακών ισορροπιών με διεθνή εμβέλεια.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα επιχειρεί να παγιώσει τον ρόλο της ως στρατηγικός κόμβος της Ανατολικής Μεσογείου, αξιοποιώντας τόσο τη γεωγραφική της θέση όσο και τη θεσμική της ιδιότητα ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ. Η σταθερότητα του εσωτερικού πολιτικού της πλαισίου και η συνέπεια της εξωτερικής της πολιτικής επιτρέπουν στην Αθήνα να λειτουργεί ως αξιόπιστος συνομιλητής για τις μεγάλες δυνάμεις, χωρίς να εγκαταλείπει τις πάγιες εθνικές της θέσεις. Το 2026 αναμένεται να αποτελέσει έτος εδραίωσης αυτής της στρατηγικής, με έμφαση όχι στην κλιμάκωση, αλλά στη θεσμική θωράκιση των ελληνικών και κυπριακών συμφερόντων.
Στον αντίποδα, η Τουρκία εξακολουθεί να συνιστά τον βασικό αστάθμητο παράγοντα της περιοχής. Παρά τις κατά καιρούς ενδείξεις αποκλιμάκωσης και τη μείωση της έντασης σε επίπεδο δηλώσεων, η ουσία της τουρκικής πολιτικής στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένει αμετάβλητη, δηλαδή αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, αναθεωρητική προσέγγιση στο διεθνές δίκαιο της θάλασσας και εργαλειοποίηση του Κυπριακού. Ωστόσο, το 2026 βρίσκει την Άγκυρα αντιμέτωπη με σοβαρούς περιορισμούς, τόσο οικονομικούς όσο και γεωπολιτικούς, που καθιστούν δυσκολότερη την υλοποίηση μιας επιθετικής στρατηγικής χωρίς κόστος.
Η επιδείνωση των σχέσεων της Τουρκίας με παράγοντες της Δύσης, οι εσωτερικές οικονομικές πιέσεις και η ανάγκη διατήρησης ισορροπιών σε πολλαπλά μέτωπα, από τη Συρία ώς τον Καύκασο, περιορίζουν τα περιθώρια κινήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπεται η αναθεωρητική της ατζέντα, αλλά ότι ενδέχεται να εκφραστεί με πιο έμμεσους και σύνθετους τρόπους. Για την Κύπρο και την Ελλάδα, το ζητούμενο δεν είναι η προσδοκία μιας τουρκικής μεταστροφής, αλλά η προετοιμασία για ένα περιβάλλον χαμηλής έντασης, υψηλής όμως στρατηγικής τριβής.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η ενεργειακή διάσταση της Ανατολικής Μεσογείου, που το 2026 αναμένεται να κινηθεί περισσότερο στο πεδίο των υποδομών και λιγότερο στις μεγάλες εξαγγελίες. Η συζήτηση για το φυσικό αέριο δεν έχει εξαφανιστεί, αλλά έχει ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ενεργειακής μετάβασης, διασυνδέσεων και ασφάλειας εφοδιασμού. Η Κύπρος, με τα υφιστάμενα και δυνητικά της κοιτάσματα, δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως μεμονωμένος παραγωγός, αλλά ως κρίκος σε μια αλυσίδα που συνδέει την Ανατολική Μεσόγειο με την ευρωπαϊκή αγορά.
Παράλληλα, έργα όπως η ηλεκτρική διασύνδεση Ισραήλ-Κύπρου-Ελλάδας αποκτούν σαφή γεωπολιτική διάσταση, καθώς ενισχύουν τη φυσική και θεσμική σύνδεση της Κύπρου με τη Μέση Ανατολή και τον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο. Το 2026 ενδέχεται να μην προσφέρει θεαματικές ολοκληρώσεις, αλλά θα είναι κρίσιμο έτος για την εδραίωση αυτών των έργων ως μη αναστρέψιμων επιλογών στρατηγικής σημασίας. Η επιμονή σε τέτοιες υποδομές λειτουργεί ως απάντηση στην αμφισβήτηση, χωρίς να απαιτείται ρητορική ένταση.
Στο Κυπριακό, το 2026 προδιαγράφεται ως έτος συγκρατημένα αισιόδοξων προσδοκιών, αλλά αυξημένης σημασίας. Η απουσία της αναμενόμενης διαπραγματευτικής δυναμικής δεν αναιρεί το γεγονός ότι το Κυπριακό παραμένει δομικό στοιχείο της περιφερειακής ασφάλειας. Η Κυπριακή Δημοκρατία καλείται να αποτρέψει την παγίωση τετελεσμένων, να επανατοποθετήσει το πρόβλημα στο διεθνές πλαίσιο νομιμότητας και να αξιοποιήσει τις περιφερειακές της συμμαχίες ως έμμεσο, αλλά κρίσιμο, μοχλό πολιτικής πίεσης.
Στο ευρύτερο γεωπολιτικό επίπεδο, η παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή παραμένει καθοριστική, αν και λιγότερο προβλέψιμη. Η Ουάσινγκτον συνεχίζει να βλέπει την Ανατολική Μεσόγειο ως προέκταση της Μέσης Ανατολής και ως κρίσιμο χώρο για την ανάσχεση αποσταθεροποιητικών δυνάμεων. Η Κύπρος και η Ελλάδα επωφελούνται από αυτή την οπτική, όχι ως προχωρημένα φυλάκια, αλλά ως αξιόπιστοι εταίροι που μπορούν να προσφέρουν σταθερότητα χωρίς να προκαλούν περιττές εντάσεις.
Μέσα σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον, το 2026 δεν προδιαγράφεται ως έτος θεαματικών λύσεων ή ριζικών ανατροπών. Αντιθέτως, αναμένεται να είναι έτος σταδιακής παγίωσης νέων ισορροπιών. Για την Κύπρο, η πρόκληση θα είναι να συνεχίσει να ενισχύει το διεθνές της αποτύπωμα, χωρίς να παγιδευτεί σε υπερβολικές προσδοκίες ή σε λογικές ανάθεσης. Για την Ελλάδα, το ζητούμενο θα είναι η διατήρηση της στρατηγικής της αξιοπιστίας, αποφεύγοντας τόσο τον εφησυχασμό όσο και την υπερβολική αντίδραση.
Συμπερασματικά, η Ανατολική Μεσόγειος του 2026 δεν θα είναι μια ήρεμη θάλασσα. Θα είναι όμως μια περιοχή όπου η ισχύς θα εκφράζεται λιγότερο με κινήσεις εντυπωσιασμού και περισσότερο με θεσμούς, συμμαχίες και υποδομές. Σ’ αυτό το πλαίσιο, Κύπρος και Ελλάδα έχουν τη δυνατότητα να λειτουργήσουν ως κύριοι συνδιαμορφωτές μιας πιο σταθερής περιφερειακής τάξης, εφόσον συνεχίσουν να κινούνται με στρατηγική συνέπεια και επίγνωση του χρόνου.






