Βρέθηκε καρφωμένο κοντά στα σύνορα των επαρχιών Λεμεσού και Πάφου, οι οποίες μέχρι πρότινος θεωρούνταν καθαρές, και για πρώτη φορά σε ορεινό -με ιδιάζουσες συνθήκες- πεδίο, το «φλογισμένο βέλος» του αφθώδους πυρετού, σε μονάδα 66 αιγοπροβάτων στην κοινότητα Πάχνας. Η εξέλιξη αυτή ήρθε να σηματοδοτήσει συγκεκριμένες πραγματικότητες, οι οποίες εκτροχιάζουν τους σχεδιασμούς του κράτους για συγκράτηση της κρίσης και συγχρόνως απειλούν με ολέθριες συνέπειες τον κτηνοτροφικό κλάδο και κατά συνέπεια τις εξαγωγές χαλλουμιού. Υπενθυμίζεται ότι μέχρι στιγμής έχουν εντοπιστεί 117 μολυσμένες μονάδες, ενώ χάθηκε το 11% των ενήλικων αιγοπροβάτων, 3,5% των βοοειδών και 7,8% των χοίρων. Οι ελλείψεις στις ποσότητες γάλακτος οδήγησαν την κυβέρνηση στην απόφαση για μείωση της ποσόστωσης του αιγοπρόβειου γάλακτος στο χαλλούμι, από 25% σε 15%.
Χωρίς να αποκλείεται και η Πάφος
Πρώτον, πλέον ο ιός, ο οποίος παραμένει ενεργός από τον Φεβρουάριο, έχει ξεφύγει από τις επαρχίες Λάρνακας και Λευκωσίας και δεν αποκλείεται, σύμφωνα με τους επιστήμονες, να έχει καλύψει όλες τις επαρχίες, ακόμα και την Πάφο. Το τοπίο θα ξεκαθαρίσει σιγά-σιγά μέχρι το τέλος του μήνα, όταν, σύμφωνα με τον προγραμματισμό των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, προβλέπεται να ολοκληρωθούν οι δειγματοληψίες και τα αποτελέσματά τους σε Λεμεσό και Πάφο. Η τελευταία φορά που λήφθηκαν δείγματα από περιοχές των δύο επαρχιών, μαζί και η Πάχνα, ήταν στα τέλη Μαρτίου και ήταν αρνητικά, όπως ανέφερε στον «Π» ο πρόεδρος του Παγκύπριου Κτηνιατρικού Συλλόγου, Δημήτρης Επαμεινώνδας. Ο λόγος για τον οποίο οι δειγματοληψίες επέστρεψαν σε αυτές τις περιοχές μετά από ενάμιση μήνα ήταν διότι έπρεπε, όπως προνοεί το πρωτόκολλο, να αφιερωθούν στις ιχνηλατήσεις στις αρχικές ζώνες προστασίας και επιτήρησης, σε Λάρνακα και Λευκωσία. «Αυτή η εξέλιξη (σ.σ. το κρούσμα στην Πάχνα) δεν ήταν καθόλου καλή. Πιστεύαμε ότι ο ιός είχε περιοριστεί στη Λάρνακα και τις περιοχές της Λευκωσίας. Από τη στιγμή που εμφανίστηκε και στη Λεμεσό, πολύ πιθανόν να βρίσκεται και στην Πάφο», τόνισε ο κ. Επαμεινώνδας.
Σημειώνοντας ότι, όπως η μολυσμένη μονάδα στην Πάχνα, ο διπλός εμβολιασμός βρίσκεται σε πολύ προχωρημένο στάδιο, διευκρίνισε ότι ο εμβολιασμός δεν εξαλείφει την πιθανότητα μόλυνσης αλλά μειώνει την πιθανότητα εμφάνισης της νόσου και τη σοβαρότητα της κλινικής εικόνας.
«Άνευρη» η Αστυνομία
Δεύτερο, δεν τηρούνται από το σύνολο των κτηνοτρόφων και των επαγγελματιών του κλάδου οι απαγορεύσεις των διαταγμάτων για τον αφθώδη πυρετό, όπως οι μετακινήσεις. Την ίδια ώρα το λαθρεμπόριο με τα κατεχόμενα αλλά και εντός των ελεύθερων περιοχών δεν έχει σταματήσει, σύμφωνα με πληροφορίες που έρχονται συνεχώς στις συνεδριάσεις της Επιστημονικής Επιτροπής για την Αντιμετώπιση του Αφθώδους Πυρετού. Εδώ δημιουργείται έδαφος για άσκηση κριτικής προς την Αστυνομία, η οποία, τόσο για την επίβλεψη της τήρησης των διαταγμάτων όσο και για το λαθρεμπόριο, δεν έχει εμπλακεί στον αναγκαίο βαθμό. Όπως δήλωσε στον «Π» ο πρόεδρος του Τμήματος Γεωπονικών Επιστημών του ΤΕΠΑΚ, καθηγητής Δημήτρης Τσάλτας, «πρέπει να επικοινωνήσουμε ακόμα πιο δυνατά το μήνυμα της κρισιμότητας της κατάστασης, ότι καταστρεφόμαστε. Αν κάποιοι δεν σταματήσουν τις πρακτικές που κάνουν, θα δούμε το τέλος της κτηνοτροφίας». Σημείωσε «ότι, όπως φαίνεται, κάποιοι δεν ενδιαφέρονται να συμμορφωθούν, ακόμα και αν ο κλάδος πληγεί άσχημα, διότι εξασφαλίζουν τα προς το ζην πάρα πολλοί άνθρωποι από το λαθρεμπόριο, και με κατεχόμενα και εσωτερικά». Σύμφωνα με τον καθηγητή, είναι γνωστό σε όλους ότι γίνονται παράνομες διακινήσεις. Εδώ τόνισε τη σημασία της μεγαλύτερης εμπλοκής της Αστυνομίας. Διερωτήθηκε, από τη στιγμή που ακούει τέτοιες αναφορές ή δέχεται καταγγελίες, γιατί δεν ενεργοποιεί, όπως όταν φτάνει κοντά της μία πληροφορία για δολοφονία ή κλοπή, τις υπηρεσίες της για να ψάξουν ή για να κληθούν πρόσωπα για κατάθεση. Το ίδιο ερώτημα έθεσε, όπως είπε, σε εκπρόσωπο της Αστυνομίας, σε σύσκεψη στο Υπουργείο Γεωργίας. «Γιατί πρόκειται για αίγες, και όχι για ανθρώπους, όμως οι αίγες μπορούν να καταστρέψουν τη χώρα», τόνισε.
Υπογραφή καταδίκης οι χαλαρώσεις
Μία τρίτη πραγματικότητα, που έρχεται να φωτίσει το κρούσμα στη Λεμεσό, αφορά τις προσδοκίες της ομάδας διαμαρτυρόμενων κτηνοτρόφων «Φωνή των Κτηνοτρόφων» για χαλαρώσεις στη βόσκηση περιοχών ελεύθερων από τον ιό (Λεμεσός, Πάφος). Υπενθυμίζεται ότι, μετά τη σύσκεψη της Δευτέρας στο υπουργείο, τόσο η ομάδα όσο και οι αγροτικές οργανώσεις ανακοίνωναν την εξασφάλιση της βόσκησης σε περιοχές ελεύθερες από τον ιό, με την προϋπόθεση ότι πρώτα θα ολοκληρώνονταν οι δειγματοληψίες σε Λεμεσό, Πάφο και Αμμόχωστο και θα διαπιστωνόταν ότι δεν υπάρχουν εκεί κρούσματα. Ωστόσο η εξακρίβωση της επέκτασης του ιού στη Λεμεσό εκ των πραγμάτων αναιρεί τις προσδοκίες τους.
Από τη στιγμή που ο ιός κυκλοφορά ενεργός και συνεχίζει να μολύνει νέες μονάδες, η οποιαδήποτε παραχώρηση χαλάρωσης θα σήμαινε ότι υπογράφουμε την καταδίκη μας, όπως είπε ο κ. Επαμεινώνδας. Μεταφέροντας τη δική του θέση ως μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής για την Αντιμετώπιση του Αφθώδους Πυρετού, αλλά και αδυνατώντας να πιστέψει ότι κάποιο άλλο μέλος θα είχε διαφορετική άποψη, είπε ότι είναι αδύνατο να χαλαρώσει κάποιο μέτρο, προτού να έχουν σαφή επιδημιολογική εικόνα και σαφή αποτελέσματα από τις εξετάσεις.
Από την πλευρά του ο κ. Τσάλτας, ο οποίος συμφώνησε με τον κ. Επαμεινώνδα, τόνισε ότι το πρώτο κρούσμα στη Λεμεσό έδειξε ακριβώς ότι «ο ιός είναι παντού, μπορεί να μας βρει από παντού, δεν το κατανοούν ορισμένοι κτηνοτρόφοι, και λυπάμαι. Για εμένα αυτό σημαίνει επαγγελματίας του χώρου, η τήρηση των μέτρων. Από τον κτηνοτρόφο μέχρι το επιστημονικό προσωπικό. Τα μέτρα αυτού του ιού δεν είναι τυχαία αυστηρά. Δεν θανατώνονται τα ζώα για πλάκα, όπως νομίζουν μερικοί, θεωρώντας ότι οι επιστήμονες και οι αρμόδιοι είναι άσχετοι και δεν γνωρίζουν τι κάνουν. Θανατώνονται γιατί δεν ξέρεις από πού μπορεί να σου έρθει ο ιός».
Με καθυστέρηση οι ιχνηλατήσεις
Μία άλλη, εξίσου σοβαρή, παράμετρος, η οποία σχετίζεται με την προέλαση του ιού στη Λεμεσό, αφορά, σύμφωνα με τον καθηγητή Τσάλτα, τους αργούς χρόνους με τους οποίους έγιναν μέχρι στιγμής οι δειγματοληψίες και οι ιχνηλατήσεις από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες. Οι ιχνηλατήσεις στις μολυσμένες ζώνες Λάρνακας και Λευκωσίας έγιναν με βάση το ιστορικό της κάθε μολυσμένης μονάδας, ώστε, πηγαίνοντας πίσω χρονικά, οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες να εντοπίζουν άλλες πιθανές διασυνδέσεις με άλλες μονάδες, είτε μέσω των μεταφορών είτε μέσω των ζώων. Τονίζοντας ότι, αν οι χρόνοι ήταν πιο γρήγοροι, θα αποτρέπονταν ενδεχόμενες μετακινήσεις που μετέφεραν τον ιό στην Πάχνα, ο καθηγητής είπε ότι, αντιθέτως, στις χώρες που καταφέρνουν να ελέγξουν αυτό τον ιό, οι ρυθμοί είναι πάρα πολύ γρήγοροι. Εξηγώντας τους λόγους, αναφέρθηκε στο ότι δεν συνεργάζονται σε ικανοποιητικό βαθμό οι κτηνοτρόφοι ως προς την παροχή μαρτυρίας αλλά και ότι δεν υπάρχουν πολλοί ανθρώπινοι πόροι, ώστε να στηρίξουν σε ικανοποιητικό επίπεδο την αντιμετώπιση της επιδημίας.
Δυσκολίες στα ορεινά
Τέλος, σε τέτοιας γεωγραφικής διάταξης περιοχές, όπως η ορεινή Πάχνα, είναι δύσκολος ο έλεγχος και η επιτήρηση. «Σε αντίθεση με την κτηνοτροφική ζώνη, δεν μπορείς εύκολα να την αστυνομεύσεις, να τοποθετήσεις σημεία ελέγχου και απολύμανσης. Και το χαρακτηριστικό είναι ότι σε τέτοιες περιοχές, μαζί με τους επαγγελματίες, έχουμε και πολλούς ερασιτέχνες. Ίσως γιατί είναι μικροί ως προς τον κύκλο εργασιών και δεν τους νοιάζει, δυσκολεύονται στο να υιοθετήσουν κουλτούρα τήρησης μέτρων και αυτό πρέπει να αλλάξει», είπε ο κ. Τσάλτας. Από την άλλη, οι μονάδες σε Λεμεσό και Πάφο δεν είναι τόσο κοντά η μία στην άλλη, όπως στη Λάρνακα και τη Λεμεσό, με αποτέλεσμα να μην γίνεται τόσο εύκολα η μετάδοση του ιού.
Καταγγέλλουν τον Βάρχελι
Σε μία άλλη εξέλιξη οι αγροτικές οργανώσεις, με χθεσινή επιστολή τους προς τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη, ζητούν την επαναφορά του αιτήματος προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να δοθεί εξαίρεση στην Κύπρο από το ευρωπαϊκό πρωτόκολλο για τις καθολικές θανατώσεις. Επίσης του ζητούν να καταγγείλει τον Ευρωπαίο επίτροπο για την υγεία των ζώων, Όλιβερ Βάρχελι, «για πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων, αφού χρησιμοποιεί δύο μέτρα και δύο σταθμά, τόσο για τη διαχείριση των ευρωπαϊκών κονδυλίων που δίνονται στα κατεχόμενα όσο και για τη διαχείριση του αφθώδους πυρετού στην Κυπριακή Δημοκρατία».







