Στη σκιά της υπόθεσης των αερόσακων Takata, η οποία ανέδειξε σοβαρές αδυναμίες στη διαχείριση των ανακλήσεων οχημάτων, η κυβέρνηση ανοίγει τον δρόμο για τη μεγαλύτερη αναμόρφωση της αγοράς των τελευταίων ετών. Δύο νομοσχέδια που τέθηκαν σε δημόσια διαβούλευση αναδιαμορφώνουν το πλαίσιο εποπτείας της αγοράς, ενισχύουν τις εξουσίες των αρμόδιων αρχών και θεσπίζουν, για πρώτη φορά, ολοκληρωμένους κανόνες για τη λειτουργία των εμπόρων οχημάτων. Εφόσον εγκριθούν, οι αλλαγές θα επηρεάσουν όλους τους κρίκους της αγοράς, από τις κρατικές υπηρεσίες και τους εισαγωγείς μέχρι τους εμπόρους και τους καταναλωτές. Να σημειωθεί ότι τα νομοσχέδια αποτελούν μέρος της ευρύτερης εναρμόνισης της κυπριακής νομοθεσίας με το ευρωπαϊκό πλαίσιο για την έγκριση τύπου και την εποπτεία της αγοράς οχημάτων, καθώς στηρίζονται στις πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/858.
Περισσότερες εξουσίες στις αρμόδιες αρχές και αυστηρότεροι έλεγχοι
Το πρώτο νομοσχέδιο επιχειρεί να βάλει τέλος στις ασάφειες που υπήρχαν μέχρι σήμερα ως προς τις αρμοδιότητες των κρατικών υπηρεσιών. Το Τμήμα Οδικών Μεταφορών ορίζεται ως Αρχή Έγκρισης Τύπου, ενώ το Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών αναλαμβάνει τον ρόλο της Αρχής Εποπτείας της Αγοράς, με σαφώς ενισχυμένες εξουσίες. Οι δύο υπηρεσίες αποκτούν τη δυνατότητα να πραγματοποιούν επιθεωρήσεις σε εγκαταστάσεις οικονομικών φορέων, να ελέγχουν οχήματα, εξαρτήματα και τεχνικές μονάδες, να ζητούν στοιχεία και να προχωρούν σε δοκιμές συμμόρφωσης όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο. Το νομοσχέδιο προβλέπει ακόμη ότι η Αρχή Εποπτείας θα καταρτίζει κάθε χρόνο πρόγραμμα ελέγχων και θα συντάσσει ανά διετία έκθεση με τα αποτελέσματα των ελέγχων που πραγματοποίησε, ώστε η εποπτεία της αγοράς να μην περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου έχει ήδη προκύψει κάποιο σοβαρό περιστατικό.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις ανακλήσεις οχημάτων, θέμα που βρέθηκε στο επίκεντρο μετά την υπόθεση Takata. Οι αρμόδιες αρχές αποκτούν πλέον τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν αμέσως όταν διαπιστώνεται ότι ένα όχημα ή εξάρτημα ενδέχεται να θέτει σε κίνδυνο τη δημόσια ασφάλεια. Μεταξύ άλλων, θα μπορούν να λαμβάνουν «όλα τα κατάλληλα προσωρινά μέτρα», να «εμποδίσουν ή να περιορίσουν τη διάθεση στην αγορά, την ταξινόμηση ή τη θέση σε κυκλοφορία» ενός οχήματος, ακόμη και να διατάξουν «την απόσυρσή του από την αγορά ή την ανάκλησή του». Παράλληλα, αυξάνονται σημαντικά και οι υποχρεώσεις των οικονομικών φορέων. Εισαγωγείς, κατασκευαστές και διανομείς θα πρέπει να ενημερώνουν άμεσα τις αρμόδιες αρχές όταν ξεκινά διαδικασία ανάκλησης ή απόσυρσης οχημάτων ή εξαρτημάτων, να λαμβάνουν διορθωτικά μέτρα και να φροντίζουν ώστε οι ιδιοκτήτες των επηρεαζόμενων οχημάτων να ενημερώνονται χωρίς καθυστέρηση. Το νομοσχέδιο καθορίζει μάλιστα και τον τρόπο ενημέρωσης, ο οποίος μπορεί να γίνεται με συστημένη επιστολή, τηλεφωνική επικοινωνία ή γραπτό μήνυμα, ενώ προβλέπεται και δημοσιοποίηση των στοιχείων των οχημάτων που επηρεάζονται μέσα από την ιστοσελίδα του εισαγωγέα και ανακοινώσεις στα μέσα ενημέρωσης.
«Φρένο» στα γυρισμένα χιλιόμετρα
Το δεύτερο νομοσχέδιο εστιάζει στη λειτουργία των εμπόρων οχημάτων, θεσπίζοντας για πρώτη φορά ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο που ρυθμίζει την άσκηση του επαγγέλματος. Προβλέπει τη σύσταση Συμβουλίου Εγγραφής Εμπόρων Οχημάτων, το οποίο θα τηρεί το μητρώο των επαγγελματιών, θα εκδίδει τις άδειες άσκησης επαγγέλματος και θα ασκεί πειθαρχικό έλεγχο όπου απαιτείται. Με το νέο καθεστώς, η εμπορία οχημάτων θα επιτρέπεται μόνο σε όσους είναι εγγεγραμμένοι στο μητρώο και κατέχουν ετήσια άδεια, ενώ για την αδειοδότηση θα πρέπει να πληρούνται συγκεκριμένα κριτήρια και να υπάρχει εγγυητική επιστολή ή ασφαλιστική κάλυψη επαγγελματικής ευθύνης. Παράλληλα, εκτός επαγγέλματος θα μένουν πρόσωπα που έχουν καταδικαστεί για σοβαρά αδικήματα, όπως απάτη ή φοροδιαφυγή.
Κεντρικός στόχος του νομοσχεδίου είναι η ενίσχυση της διαφάνειας στις συναλλαγές και η καλύτερη προστασία των αγοραστών, ιδιαίτερα στην αγορά μεταχειρισμένων οχημάτων. Οι έμποροι θα υποχρεούνται, πριν από κάθε πώληση, να παραδίδουν γραπτώς όλες τις ουσιώδεις πληροφορίες για το όχημα, όπως τυχόν ανακλήσεις, ελαττώματα, την προέλευση και το ιστορικό ταξινόμησής του, καθώς και τα πραγματικά χιλιόμετρά του, ώστε να αντιμετωπιστεί και το διαχρονικό φαινόμενο της παραποίησης του χιλιομετρητή. Θα πρέπει επίσης να γνωστοποιούν οποιοδήποτε βάρος ή περιορισμό συνοδεύει το όχημα. Με τις νέες πρόνοιες επιχειρείται να περιοριστούν πρακτικές που εδώ και χρόνια προκαλούν παράπονα από καταναλωτές, οι οποίοι διαπίστωναν μετά την αγορά ότι το όχημα είχε διαφορετικό ιστορικό, όπως για παράδειγμα ότι ήταν «τουμπαρισμένο», περισσότερα χιλιόμετρα από όσα τους είχαν δηλωθεί ή ακόμη και εκκρεμή ανάκληση για σοβαρό ζήτημα ασφάλειας. Έτσι, ο έμπορος θα φέρει πλέον αυξημένη ευθύνη για την πληρότητα και την ακρίβεια των πληροφοριών που παρέχει στον αγοραστή.
Αυστηρότερες ποινές και περισσότερη λογοδοσία
Τα δύο νομοσχέδια συνοδεύονται και από αυστηρότερο πλαίσιο κυρώσεων για όσους παραβιάζουν τις υποχρεώσεις τους. Στην περίπτωση των εμπόρων προβλέπεται «ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές», ενώ το Συμβούλιο Εγγραφής Εμπόρων Οχημάτων θα μπορεί να επιβάλλει πειθαρχικές κυρώσεις που φτάνουν μέχρι την αναστολή ή ακόμη και την οριστική ανάκληση της άδειας άσκησης επαγγέλματος. Αντίστοιχα, στο νομοσχέδιο για την εποπτεία της αγοράς προβλέπονται διοικητικά πρόστιμα που, ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης, μπορούν να φτάσουν έως και τις 250 χιλιάδες ευρώ, ενώ σε περιπτώσεις που η παράβαση συνεχίζεται θα επιβάλλονται και ημερήσια πρόστιμα.
Τα δύο νομοσχέδια τέθηκαν σε δημόσια διαβούλευση, η οποία θα διαρκέσει έως τις 5 Σεπτεμβρίου 2026.Αν, ωστόσο, εγκριθούν από τη Βουλή χωρίς ουσιαστικές αλλαγές, θα σηματοδοτήσουν μια νέα εποχή για την αγορά οχημάτων. Οι κρατικές υπηρεσίες θα αποκτήσουν ισχυρότερες εξουσίες ελέγχου, οι εισαγωγείς και οι έμποροι θα αναλάβουν περισσότερες υποχρεώσεις, ενώ οι καταναλωτές θα απολαμβάνουν μεγαλύτερη διαφάνεια και καλύτερη προστασία κατά την αγορά οχήματος.






