Η είσοδος της γαλλικής Meridiam με ποσοστό 66% στην εταιρεία Great Sea Interconnector δεν αλλάζει τη διαδρομή, την ισχύ ή την τεχνολογία της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου. Αλλάζει, όμως, κάτι εξίσου κρίσιμο. Αλλάζει το ποιος βάζει τα κεφάλαια, ποιος αναλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του επιχειρηματικού κινδύνου και ποια πολιτική ισχύς βρίσκεται πλέον πίσω από το έργο. Προς αυτή την κατεύθυνση συντείνει και ακόμα ένα ισχυρό πολιτικό δεδομένο. Ότι πίσω από τη συμφωνία βρίσκεται ο Έλληνας Πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο οποίος πήρε στην κυριολεξία το έργο στους ώμους του. Ο κ. Μητσοτάκης χαρακτήρισε τη συμφωνία ως μια «ιδιαίτερα ισχυρή ψήφο εμπιστοσύνης» και ως ένα στρατηγικό έργο ευρωπαϊκής σημασίας, που θα τερματίσει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου.
Με βάση τη συμφωνία, ο ΑΔΜΗΕ διατηρεί το 34%, παραμένει στρατηγικός εταίρος με δικαιώματα καταστατικής μειοψηφίας, έχει την τεχνική ηγεσία και θα αναλάβει τη λειτουργία της διασύνδεσης όταν αυτή ολοκληρωθεί. Η νέα μετοχική σύνθεση μετατρέπει τον GSI από ένα έργο που στηριζόταν σχεδόν αποκλειστικά στις δυνατότητες του ελληνικού διαχειριστή σε μιαν ισχυρότερη ευρωπαϊκή επενδυτική πλατφόρμα, με καθοριστική γαλλική παρουσία.
Το τεχνικό περίγραμμα παραμένει, σε αυτή τη φάση, το ίδιο. Θα γίνει υποθαλάσσια σύνδεση συνεχούς ρεύματος μήκους περίπου 898 χιλιομέτρων ανάμεσα στην Κρήτη και την Κύπρο, αρχικής μεταφορικής ικανότητας 1.000 MW και εκτιμώμενου κόστους περίπου 1,9 δισ. ευρώ. Το έργο διαθέτει ήδη ευρωπαϊκή επιχορήγηση 657 εκατ. ευρώ από τον μηχανισμό Connecting Europe Facility. Επομένως, η συμφωνία της 5ης Αυγούστου δεν αποτελεί νέα σύμβαση κατασκευής ούτε αναθεώρηση των τεχνικών προδιαγραφών. Είναι αναδιάταξη της ιδιοκτησίας, της χρηματοδότησης και των ευθυνών, η οποία μπορεί να επιτρέψει να εκτελεστούν όσα μέχρι σήμερα καθυστερούσαν.
Η συμφωνία δεν περιορίστηκε στην αλλαγή μετόχων. Παράλληλα υπογράφηκε τριμερής συμφωνία μεταξύ ΑΔΜΗΕ, GSI και Nexans για την επιτάχυνση των θαλάσσιων ερευνών βυθού, με στόχο να οριστικοποιηθεί η όδευση του καλωδίου και να προχωρήσουν τα επόμενα τεχνικά στάδια. Αυτό είναι το πρώτο απτό στοιχείο που συνδέει τη νέα εταιρική δομή με την ίδια την κατασκευή, αφού το έργο αποκτά όχι μόνο νέο χρηματοδότη, αλλά και συγκεκριμένο μηχανισμό επανεκκίνησης των εργασιών.
Ισχυρότερη χρηματοδοτική βάση
Η Meridiam δεν είναι ένας ευκαιριακός επενδυτής που εισέρχεται για μια γρήγορη απόδοση. Πρόκειται για διεθνή διαχειριστή μακροπρόθεσμων επενδύσεων σε υποδομές, με περίπου 24 δισ. ευρώ υπό διαχείριση, περισσότερα από 130 έργα και επενδύσεις περίπου 100 δισ. ευρώ από την ίδρυσή της. Η παρουσία της σε μεγάλα έργα μεταφορών, ενέργειας και δημόσιων υποδομών, καθώς και οι χρηματοδοτικές σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης, προσδίδουν στον GSI θεσμικό βάρος που μέχρι σήμερα του έλειπε.
Η απόφαση ενός τέτοιου ομίλου να αποκτήσει την πλειοψηφία αποτελεί σαφή ψήφο εμπιστοσύνης στις προοπτικές της διασύνδεσης. Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι όλες οι συζητήσεις για το κόστος και τη βιωσιμότητα παύουν αυτομάτως.
Η επικαιροποίηση του προϋπολογισμού, η αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ), η τελική χρηματοδοτική δομή και οι ρυθμιστικές αποφάσεις σε Ελλάδα και Κύπρο παραμένουν κρίσιμες εκκρεμότητες. Εκείνο που αλλάζει είναι το βάρος της συζήτησης, αφού είναι πλέον πολύ δυσκολότερο να παρουσιάζεται το έργο ως επενδυτικά «ορφανό» ή ως σχέδιο στο οποίο κανένας σοβαρός ιδιώτης δεν θέλει να εκτεθεί.
Μόλις τον Μάιο, η Κυπριακή Κυβέρνηση ανέμενε την αξιολόγηση της ΕΤΕπ για το κατά πόσο το κόστος είχε αυξηθεί πέραν του αρχικού υπολογισμού, με τον υπουργό Ενέργειας να αναγνωρίζει ότι ενδεχόμενη υπέρβαση θα απαιτούσε πρόσθετες πηγές χρηματοδότησης. Η είσοδος της Meridiam απαντά εν μέρει ακριβώς σε αυτή την ανάγκη, χωρίς να υποκαθιστά τον αναγκαίο οικονομικό και ρυθμιστικό έλεγχο.
Η Meridiam αναλαμβάνει το πλειοψηφικό επιχειρηματικό ρίσκο και διευρύνει την κεφαλαιακή βάση, ενώ ο ΑΔΜΗΕ διατηρεί τον τεχνικό έλεγχο και κρίσιμα δικαιώματα μειοψηφίας. Αυτός ο καταμερισμός μπορεί να διευκολύνει την προσέλκυση δανεισμού και πρόσθετων επενδυτών, αλλά και να περιορίσει την πίεση που θα ασκούνταν αποκλειστικά στους ισολογισμούς του ΑΔΜΗΕ ή στους καταναλωτές Ελλάδας και Κύπρου.
Το έργο παραμένει ακριβό, τεχνικά σύνθετο και εκτεθειμένο σε καθυστερήσεις. Η χρηματοδοτική και επενδυτική του αξιοπιστία, όμως, είναι σήμερα σαφώς ισχυρότερη.
Η Γαλλία μπαίνει στην εξίσωση
Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή είναι γεωπολιτική. Η Meridiam είναι γαλλικός όμιλος, ενώ γαλλική είναι και η Nexans, η εταιρεία που κατασκευάζει το καλώδιο. Η υπογραφή στο Μέγαρο Μαξίμου, παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη, και η δημόσια αναφορά του επικεφαλής της Meridiam στη στήριξη του Εμανουέλ Μακρόν δείχνουν ότι το έργο αποκτά ισχυρότερη γαλλική και, κατ' επέκταση, ευρωπαϊκή πολιτική κάλυψη.
Αυτό δεν εξαφανίζει το γεωπολιτικό ρίσκο ούτε σημαίνει ότι οι τουρκικές αντιδράσεις παύουν να υφίστανται. Μεταβάλλει, όμως, τον συσχετισμό.
Οποιαδήποτε απόπειρα παρεμπόδισης των ερευνών ή της πόντισης δεν θα αφορά πλέον μόνο μιαν ελληνοκυπριακή πρωτοβουλία. Θα αφορά ένα έργο κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, με κοινοτική χρηματοδότηση εκατοντάδων εκατομμυρίων και με άμεση συμμετοχή δύο μεγάλων γαλλικών εταιρειών.
Η εμπλοκή του Παρισιού δεν αποτελεί από μόνη της στρατιωτική ή διπλωματική εγγύηση ότι δεν θα υπάρξει νέα ένταση. Αυξάνει, ωστόσο, σημαντικά το πολιτικό κόστος μιας τουρκικής παρέμβασης και διευρύνει τον κύκλο των κρατών και των ευρωπαϊκών θεσμών που έχουν άμεσο συμφέρον από την ανεμπόδιστη εκτέλεση του έργου.
Το πραγματικό τεστ θα γίνει επί του πεδίου, όταν επαναληφθούν οι θαλάσσιες έρευνες και εκδοθούν οι σχετικές NAVTEX. Τότε θα φανεί αν η νέα γαλλική παρουσία μπορεί, πράγματι, να μετατρέψει την πολιτική στήριξη σε επιχειρησιακή πρόοδο.
Η δεύτερη δίοδος ηλεκτρισμού
Για την Κύπρο, το ουσιαστικότερο όφελος δεν είναι ούτε εταιρικό ούτε συμβολικό. Είναι η δημιουργία μιας δεύτερης πύλης ηλεκτρικής τροφοδοσίας.
Η Κυπριακή Δημοκρατία παραμένει το μοναδικό κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν είναι συνδεδεμένο με την ηλεκτρική αγορά άλλου κράτους μέλους. Η παραγωγή βασίζεται ακόμη σε μεγάλο βαθμό σε εισαγόμενα υγρά καύσιμα, ενώ η απουσία διασύνδεσης περιορίζει τον ανταγωνισμό, δυσκολεύει την ασφαλή ένταξη περισσότερων ανανεώσιμων πηγών και αφήνει τους καταναλωτές εκτεθειμένους στις διακυμάνσεις του πετρελαίου και στις στρεβλώσεις μιας μικρής, κλειστής αγοράς.
Ο GSI δεν αποτελεί από μόνος του μαγικό μηχανισμό φθηνού ρεύματος. Οι τελικές τιμές θα εξαρτηθούν από το κόστος χρήσης της διασύνδεσης, τη λειτουργία της αγοράς, το ενεργειακό μείγμα και τις ρυθμιστικές επιλογές.
Δημιουργεί, όμως, αυτό που σήμερα δεν υπάρχει, δηλαδή δυνατότητα εισαγωγής ηλεκτρισμού από την ευρωπαϊκή αγορά όταν οι τιμές είναι χαμηλότερες, εφεδρική τροφοδοσία σε περιόδους ανάγκης και δυνατότητα εξαγωγής πλεονάζουσας ενέργειας από τα κυπριακά φωτοβολταϊκά και άλλες ΑΠΕ.
Έτσι περιορίζεται σταδιακά η εξάρτηση από το μαζούτ και μειώνεται η ισχύς όσων επωφελούνται από τη σημερινή απομονωμένη αγορά. Η διασύνδεση μπορεί, επίσης, να επιτρέψει μεγαλύτερη εγκατάσταση φωτοβολταϊκών χωρίς τις σημερινές μαζικές περικοπές παραγωγής, αφού η πλεονάζουσα ενέργεια θα μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να διοχετεύεται εκτός Κύπρου.
Τι θα πράξει η Λευκωσία
Η Κυπριακή Κυβέρνηση βρίσκεται τώρα ενώπιον μιας νέας πραγματικότητας. Οι εύλογες απαιτήσεις για διαφάνεια, επικαιροποιημένο κόστος και προστασία των καταναλωτών παραμένουν. Δεν μπορούν, όμως, να λειτουργούν ως άλλοθι για αέναη αναβολή.
Με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να χαρακτηρίζει τον GSI έργο στρατηγικής σημασίας, την κοινοτική χρηματοδότηση κατοχυρωμένη και έναν ισχυρό θεσμικό επενδυτή να αναλαμβάνει την πλειοψηφία, το ερώτημα δεν είναι πλέον αν το έργο έχει διεθνή στήριξη.
Το ερώτημα είναι αν η Κύπρος θα αξιοποιήσει τη νέα δυναμική για να διασφαλίσει καλύτερους όρους, επαρκείς ασφαλιστικές δικλίδες και ταχύτερη υλοποίηση ή αν θα παραμείνει θεατής σε ένα έργο που αφορά πρωτίστως τη δική της ενεργειακή ασφάλεια.






