Η Ευρώπη γερνάει. Οι άνθρωποι δεν αποκτούν πλέον τόσα παιδιά όσα στο παρελθόν. Ο αριθμός των γεννήσεων μειώθηκε από 6,8 εκατομμύρια το 1964, σε 3,5 εκατομμύρια το 2024. Από την κατάσταση αυτή, για την οποία γίνεται συχνά λόγος, προκύπτει ένας μακρύς κατάλογος πραγματικών προκλήσεων για την ΕΕ. Ποιος θα εργάζεται για να πληρώνει τις συντάξεις; Ποιος θα φροντίζει τους ηλικιωμένους; Ποιος θα καινοτομεί και θα δημιουργεί ανταγωνιστικές επιχειρήσεις; Η καμπύλη φθίνει και η τάση φαίνεται μη αναστρέψιμη. Όπως το πεπρωμένο.
Ως επίτροπος αρμόδια για θέματα δημογραφίας κατά την τελευταία επταετία, μπορώ να πω το εξής: η δημογραφική αλλαγή είναι ήδη εδώ. Ωστόσο, δεν χρειάζεται να την αποδεχτούμε ως μη αναστρέψιμο πεπρωμένο. Ανεξάρτητα από την πολυπλοκότητά της, διαθέτουμε τα εργαλεία πολιτικής για να την αντιμετωπίσουμε και να τη μετατρέψουμε σε πραγματική ευκαιρία για δράση.
Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να το επαναλάβω: Η Ευρώπη γερνάει. Και αυτό μπορεί να είναι μια καλή είδηση. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι το προσδόκιμο ζωής εξακολουθεί να αυξάνεται. Σήμερα, το προσδόκιμο ζωής ενός παιδιού που γεννήθηκε στην Ευρώπη υπερβαίνει ήδη τα 80 έτη. Έως το 2100, οι γυναίκες είναι πιθανό να υπερβούν τα 90 έτη. Αυτό σημαίνει ότι περισσότερα εγγόνια γνωρίζουν και αγαπούν τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους. Σημαίνει νέες αγορές για προϊόντα που ενισχύουν τη μακροζωία. Σημαίνει ότι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να επωφεληθούν από τις καινοτομίες στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, της τεχνολογίας ή των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Όλα αυτά σημαίνουν ισχυρότερη οικονομική δραστηριότητα, ιδίως στην οικονομία της τρίτης ηλικίας.
Ταυτόχρονα, το ποσοστό γεννήσεων μειώνεται σε ολόκληρη την ΕΕ. Η τάση αυτή παρουσιάζει προκλήσεις. Η συμμετοχή λιγότερων ατόμων στο εργατικό δυναμικό θέτει υπό αμφισβήτηση τη βιωσιμότητα των δημόσιων προϋπολογισμών για βασικές υπηρεσίες, όπως η υγεία, η εκπαίδευση και οι συντάξεις. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να επαναξιολογήσουμε τον τρόπο με τον οποίο χρηματοδοτούμε τα συστήματα αυτά. Και πρέπει να διασφαλίσουμε ότι τυχόν προσαρμογές δεν επιβαρύνουν υπερβολικά τις νεότερες γενιές. Οι νεαροί ενήλικες αντιμετωπίζουν ήδη διπλάσιο κίνδυνο φτώχειας σε σύγκριση με εκείνους που πλησιάζουν τη συνταξιοδότηση και, ως εκ τούτου, κάθε πραγματική λύση πρέπει να βασίζεται στην αλληλεγγύη μεταξύ όλων των γενεών.
Το σημαντικότερο είναι ότι οι προκλήσεις αυτές μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω ισχυρής και τεκμηριωμένης πολιτικής, όπως καταδεικνύεται στη νέα μας δημογραφική έκθεση, η οποία εκπονήθηκε από το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Για παράδειγμα, η υγιής γήρανση και η προληπτική υγειονομική περίθαλψη προσφέρουν πλεονεκτήματα. Οι άνθρωποι που ζουν με καλύτερη υγεία χρειάζονται λιγότερη στήριξη, λιγότερους πόρους και θα συνεχίσουν να συνεισφέρουν στις κοινότητές τους για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Αυτό βρίσκεται στο επίκεντρο των προσπαθειών της ΕΕ για τη δημιουργία μιας Ένωσης Υγείας και την καταπολέμηση του καρκίνου, για παράδειγμα. Επειδή, για κάθε ευρώ που επενδύεται στην πρόληψη, εξοικονομούμε 14 ευρώ σε μελλοντικές δαπάνες υγειονομικής περίθαλψης και παραγωγικότητας.
Ένα άλλο κομμάτι αυτού του παζλ, είναι το ζήτημα της στέγασης. Πρόκειται για βασικό δείκτη σταθερότητας και ευημερίας, ο οποίος συχνά αποτελεί προϋπόθεση για τη δημιουργία οικογένειας. Το ποσοστό ιδιόκτητης κατοικίας για άτομα ηλικίας 25-35 ετών μειώθηκε κατά 16,3 % μεταξύ του 2007 και του 2024. Και το ευρωπαϊκό σχέδιο οικονομικά προσιτής στέγασης, το οποίο εγκρίθηκε το 2025, αποτελεί την πρώτη στρατηγική μας για τη στήριξη των κρατών μελών στην αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος.
Ταυτόχρονα, η μετανάστευση διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. Μπορεί να μας βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε συγκεκριμένες ανάγκες της αγοράς εργασίας βραχυπρόθεσμα, ενώ παράλληλα η διαχείρισή της πρέπει να συνεχιστεί με υπευθυνότητα και εντός του κατάλληλου νομικού πλαισίου.
Το ίδιο ισχύει και για τη βελτίωση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας. Σήμερα, περίπου το 20% του πληθυσμού της ΕΕ σε ηλικία εργασίας βρίσκεται εκτός της αγοράς εργασίας. 37 εκατομμύρια γυναίκες σε ηλικία εργασίας, είναι είτε άνεργες είτε οικονομικά μη ενεργές. Περισσότεροι από 4 εκατομμύρια άνθρωποι είναι μακροχρόνια άνεργοι. Εάν όλα τα κράτη μέλη επιτύχουν τα ποσοστά συμμετοχής της Σουηδίας -τα υψηλότερα στην ΕΕ- οι δυσμενείς επιπτώσεις της γήρανσης στο μέγεθος του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας θα μπορούσαν να εξουδετερωθούν σχεδόν εξ ολοκλήρου.
Ήδη, η εργαλειοθήκη για τη δημογραφία που πρότεινα το 2023 παρέχει στα κράτη μέλη ένα ολοκληρωμένο σύνολο εργαλείων πολιτικής της ΕΕ για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων. Πρόκειται για συγκεκριμένες λύσεις. Ωστόσο, πρέπει να διασφαλίσουμε την εφαρμογή τους. Στη συνέχεια, θα πρέπει να προχωρήσουμε ακόμη περισσότερο.
Οι προκλήσεις αυτές απαιτούν, επίσης, προσεκτική μακροπρόθεσμη παρακολούθηση και συντονισμό. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τάσσομαι υπέρ της σύστασης ενός αποτελεσματικού ευρωπαϊκού οργανισμού για τη δημογραφία, ο οποίος θα στηρίζει το έργο των εθνικών φορέων και θα καλύπτει το κενό μεταξύ δεδομένων και πολιτικών. Το κενό αυτό θα αντιμετωπιστεί μέσω του Ευρωπαϊκού Φόρουμ για τη Δημογραφία, το οποίο θα διοργανώσουμε για πρώτη φορά το επόμενο έτος, φέρνοντας σε επαφή όλους τους σχετικούς συμφεροντούχους. Καταβάλλοντας προσπάθειες με βάση αυτά τα στοιχεία, μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι η πολιτική μας ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες των πολιτών.
Όσον αφορά τους ηλικιωμένους, πρέπει να διασφαλίσουμε ότι διαθέτουν τα μέσα για να ζήσουν μια ικανοποιητική ζωή - να ζήσουν με καλή υγεία, προσθέτοντας αξία στην κοινωνία, ακόμη και σε μεγάλη ηλικία. Όσον αφορά τους νέους, πρέπει να διασφαλίσουμε ότι έχουν τις κατάλληλες συνθήκες υποστήριξης ώστε να αποκτήσουν παιδιά όταν είναι έτοιμοι να ξεκινήσουν αυτό το ταξίδι.
Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις. Απαιτείται σκληρή δουλειά. Ωστόσο, η ΕΕ είναι έτοιμη να συμβάλει στο έργο αυτό - με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, αλλά αναλαμβάνοντας δράση τώρα, στο παρόν.
*Επίτροπος για τη Μεσόγειο, αρμόδια για θέματα δημογραφίας.






