Σε ένα και μόνο σκέλος περιορίζεται πλέον η προσφυγή του Οδυσσέα Μιχαηλίδη ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για την παύση του από τη θέση του Γενικού Ελεγκτή, μετά την απόφαση του ΕΔΔΑ να κοινοποιήσει στην Κυπριακή Δημοκρατία το παράπονο που αφορά την ελευθερία της έκφρασης. Την ίδια ώρα, σύμφωνα με τη Νομική Υπηρεσία, όλοι οι υπόλοιποι ισχυρισμοί που είχε εγείρει ο τέως Γενικός Ελεγκτής έχουν απορριφθεί, γεγονός που περιορίζει αισθητά το εύρος της υπόθεσης που παραμένει ενώπιον του Στρασβούργου.
Η προσφυγή είχε καταχωριστεί τον Δεκέμβριο του 2024, μετά την ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου της 18ης Σεπτεμβρίου 2024 για παύση του Οδυσσέα Μιχαηλίδη λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς. Ο ίδιος είχε εξαρχής ξεκαθαρίσει ότι δεν ζητούσε από το ΕΔΔΑ να λειτουργήσει ως εφετείο και να επαναδικάσει την κυπριακή υπόθεση αλλά να εξετάσει κατά πόσο στη διαδικασία και στην τελική κατάληξή της παραβιάστηκαν δικαιώματα που κατοχυρώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Η προσφυγή είχε στηριχθεί σε τρεις βασικές θεματικές: το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, το δικαίωμα στην υπόληψη και την ελευθερία λόγου και έκφρασης. Ο κ. Μιχαηλίδης είχε εξηγήσει ειδικότερα ότι το ζήτημα της υπόληψης συνδεόταν με το ιδιαίτερα αυστηρό, κατά την άποψή του, λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου, ενώ στο θέμα της ελευθερίας της έκφρασης υποστήριζε ότι οδηγήθηκε σε παύση για δημόσιες τοποθετήσεις του στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων του.
Η εικόνα που διαμορφώνεται σήμερα είναι σαφώς στενότερη. Σύμφωνα με την ενημέρωση της Νομικής Υπηρεσίας, «όλοι οι άλλοι ισχυρισμοί του τέως Γενικού Ελεγκτή απορρίπτονται», με αποτέλεσμα να μην συνεχίζεται ενώπιον του ΕΔΔΑ η εξέταση των παραπόνων που αφορούσαν τη δίκαιη δίκη και την υπόληψή του. Στην πράξη, το μόνο ζήτημα το οποίο παραμένει ανοικτό είναι αυτό που εδράζεται στο Άρθρο 10 της Σύμβασης για την Ελευθερία της Έκφρασης.
Από πλευράς νομικών κύκλων που παρακολουθούν την υπόθεση δεν εκφράζεται, πάντως, ανησυχία ότι η εξέλιξη αυτή μπορεί από μόνη της να ανατρέψει τα δεδομένα που δημιούργησε η απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου. Αξιόπιστη νομική πηγή ανέφερε στον «Πολίτη» ότι η παύση του Οδυσσέα Μιχαηλίδη δεν στηρίχθηκε σε ένα μεμονωμένο περιστατικό ή σε μία μόνο νομική βάση αλλά σε 14 διαφορετικές βάσεις, καθεμιά από τις οποίες, σύμφωνα με την ίδια πηγή, θεωρήθηκε επαρκής ώστε να δικαιολογεί την παύση του τέως Γενικού Ελεγκτή. Υπό αυτό το πρίσμα, η εκτίμηση που διατυπώνεται είναι ότι ακόμη και η εξέταση από το Στρασβούργο του ζητήματος της ελευθερίας της έκφρασης δεν συνεπάγεται αυτομάτως ανατροπή της συνολικής νομικής θεμελίωσης πάνω στην οποία στηρίχθηκε η απόφαση παύσης.
Η πλευρά του Οδυσσέα Μιχαηλίδη εστιάζει, ωστόσο, ακριβώς στο σκέλος που παραμένει ζωντανό. Σε τοποθέτησή του χαρακτήρισε «σημαντική και θετική εξέλιξη» την απόφαση του προέδρου του Πέμπτου Τμήματος του ΕΔΔΑ, ημερομηνίας 20 Αυγούστου 2026, να κοινοποιήσει στην Κυπριακή Δημοκρατία το παράπονο που αφορά το Άρθρο 10. Κατά τη δική του ανάγνωση, πρόκειται για τον πυρήνα της υπόθεσης, δηλαδή κατά πόσο η παύση του συνιστούσε παραβίαση του δικαιώματός του να τοποθετείται δημόσια για θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος στο πλαίσιο της θεσμικής του αποστολής.
Ο ίδιος υπογράμμισε επίσης το ενδεχόμενο ενός «αποτρεπτικού αποτελέσματος» –του λεγόμενου chilling effect– που θα μπορούσε, κατά τον ισχυρισμό του, να προκαλέσει η παύση ενός ανεξάρτητου αξιωματούχου εξαιτίας δημόσιων παρεμβάσεών του. Παράλληλα, πάντως, αναγνώρισε ότι η εξέλιξη δεν προδικάζει ούτε το παραδεκτό του συγκεκριμένου παραπόνου ούτε, πολύ περισσότερο, την τελική κρίση του δικαστηρίου.
Αυτό αποτελεί και την κρίσιμη νομική διάκριση. Η κοινοποίηση μιας προσφυγής ή μέρους της προς το εναγόμενο κράτος δεν ισοδυναμεί με δικαίωση του προσφεύγοντος. Το κράτος καλείται πλέον να καταθέσει παρατηρήσεις τόσο για το παραδεκτό όσο και για την ουσία του συγκεκριμένου παραπόνου. Αντιθέτως, τα υπόλοιπα παράπονα, τα οποία σύμφωνα με τη Νομική Υπηρεσία έχουν ήδη απορριφθεί, δεν θα αποτελέσουν αντικείμενο περαιτέρω εξέτασης.
Στην περίπτωση Μιχαηλίδη, το ΕΔΔΑ θέτει δύο κεντρικά ερωτήματα στην Κυπριακή Δημοκρατία: κατά πόσο η παύση του από το αξίωμα αποτέλεσε επέμβαση στην ελευθερία της έκφρασής του και, εφόσον η απάντηση είναι καταφατική, κατά πόσο αυτή η επέμβαση προβλεπόταν από τον νόμο, εξυπηρετούσε θεμιτό σκοπό και ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία.
Ιδιαίτερο βάρος δίνει ο τέως Γενικός Ελεγκτής και στις υποθέσεις στις οποίες παραπέμπει το ΕΔΔΑ, μεταξύ των οποίων οι Baka κατά Ουγγαρίας, Kövesi κατά Ρουμανίας και Danileţ κατά Ρουμανίας, που αφορούν την προστασία της ελευθερίας έκφρασης προσώπων με θεσμική ή δικαστική ιδιότητα. Κατά την πλευρά Μιχαηλίδη, οι παραπομπές αυτές ενισχύουν τη σημασία της εξέτασης που θα ακολουθήσει.
Οι δύο πλευρές, συνεπώς, προβάλλουν διαφορετικές πτυχές της ίδιας διαδικαστικής εξέλιξης. Η Νομική Υπηρεσία και νομικοί κύκλοι που συμμερίζονται τη δική της ανάγνωση υπογραμμίζουν, αφενός, ότι το μεγαλύτερο μέρος των αρχικών αιτιάσεων έχει ήδη απορριφθεί και, αφετέρου, ότι η παύση στηρίχθηκε σε πολλαπλές και αυτοτελείς νομικές βάσεις. Ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης, από την άλλη, προτάσσει το γεγονός ότι το ΕΔΔΑ επέλεξε να ζητήσει τις θέσεις της Δημοκρατίας για εκείνο που ο ίδιος θεωρεί ως το ουσιαστικότερο σκέλος της προσφυγής του.
Το επόμενο κεφάλαιο της υπόθεσης θα γραφτεί πλέον πάνω σε ένα πολύ συγκεκριμένο ερώτημα: όχι εάν το κυπριακό Ανώτατο είχε συνολικά δίκαιο ή άδικο στην απόφασή του, αλλά εάν, μέσα από την παύση του Οδυσσέα Μιχαηλίδη και ειδικότερα από τις πράξεις και τοποθετήσεις που συνδέθηκαν με αυτήν, παραβιάστηκε η προστασία που παρέχει το Άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης στην Ελευθερία της Έκφρασης.






