Δύο υπηρεσίες κάτω από την ίδια ομπρέλα, του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αντιμάχονται στις δικαστικές αίθουσες και ο λόγος είναι... ένα αυτοκίνητο. Η διαφορά μεταξύ του Τμήματος Τελωνείων και της Αρχής Λιμένων Κύπρου άρχισε λόγω της παράδοσης αυτοκινήτου από ιδιωτική προσωρινή αποθήκη στο λιμάνι Λεμεσού, χωρίς να έχει προηγηθεί, σύμφωνα με το Τελωνείο, η απαιτούμενη έγκριση και η απόδοση τελωνειακού προορισμού.
Το Τμήμα Τελωνείων είχε παραχωρήσει το 2004 στην Αρχή Λιμένων άδεια λειτουργίας ιδιωτικής προσωρινής αποθήκης στο λιμάνι Λεμεσού. Μεταξύ των όρων της άδειας προβλεπόταν ότι εμπορεύματα σε προσωρινή εναπόθεση δεν μπορούσαν να μετακινηθούν ή να απομακρυνθούν χωρίς άδεια του διευθυντή Τελωνείων.
Το επίδικο αυτοκίνητο αφίχθη στο λιμάνι στις 5 Ιανουαρίου 2005. Το Τελωνείο, σε μεταγενέστερο έλεγχο, διαπίστωσε ότι δεν κατείχε έγγραφα που να αποδεικνύουν την τελωνειακή του διευθέτηση. Η Αρχή Λιμένων, με επιστολή της το 2009, ανέφερε ότι το αυτοκίνητο είχε παραδοθεί στις 7 Ιανουαρίου 2005 σε συγκεκριμένο πρόσωπο και προσκόμισε σχετικά παραστατικά.
Μετά από έρευνα, το Τμήμα Τελωνείων κατέληξε ότι το όχημα παραδόθηκε από την αποθήκη χωρίς προηγούμενη έγγραφη έγκριση του Τελωνείου και χωρίς να του δοθεί τελωνειακός προορισμός. Ως αποτέλεσμα, εκδόθηκε εκ των υστέρων τελωνειακή οφειλή, η οποία περιλάμβανε φόρους κατανάλωσης ύψους €74.494,34, ΦΠΑ €11.333,79 και χρηματική επιβάρυνση €8.582,82, πλέον νόμιμου τόκου.
Η Αρχή Λιμένων ζήτησε την αναθεώρηση της οφειλής, ενώ κατά τη διαδικασία λήφθηκαν καταθέσεις από λειτουργούς της. Οι λειτουργοί της Αρχής υποστήριξαν το νόμιμο ή δικαιολογημένο της αποδέσμευσης και παράδοσης του αυτοκινήτου. Παράλληλα, το πρόσωπο που είχε κατονομαστεί ως παραλήπτης δήλωσε ότι ουδέποτε είχε στην κατοχή του το αυτοκίνητο και ότι δεν το είχε παραλάβει από το λιμάνι Λεμεσού. Το Τελωνείο απέρριψε το αίτημα αναθεώρησης και επέμεινε στην οφειλή.
Το Πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κρίνει ότι υπήρχε παράλειψη ως προς τη διαδικασία αλλά δεν είχε αποδειχθεί ότι αυτή ήταν εσκεμμένη. Έκρινε, ως εκ τούτου, ότι δεν δικαιολογείτο η εκ των υστέρων βεβαίωση της οφειλής μετά την πάροδο σχεδόν δώδεκα ετών, δεδομένου ότι η σχετική νομοθεσία προέβλεπε εξαετή προθεσμία, με δυνατότητα επέκτασης στα δώδεκα έτη σε περίπτωση δόλου ή εσκεμμένης παράλειψης.
Το Τμήμα Τελωνείων εφεσίβαλε την απόφαση, υποστηρίζοντας ότι η παράδοση του αυτοκινήτου χωρίς τελωνειακή έγκριση και χωρίς το προβλεπόμενο έντυπο Τελ. 104 συνιστούσε εσκεμμένη παράλειψη. Η Αρχή Λιμένων, από την πλευρά της, άσκησε αντέφεση, αμφισβητώντας μεταξύ άλλων ότι υπήρξε παράλειψη εκ μέρους της και επικαλούμενη την καταστροφή των σχετικών εγγράφων μετά από έγκριση τελωνειακού λειτουργού.
Το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι η πρωτόδικη απόφαση δεν περιείχε την απαιτούμενη δικαστική τεκμηρίωση αναφορικά τόσο με το εύρημα περί «παράλειψης» όσο και με το συμπέρασμα ότι αυτή δεν ήταν «εσκεμμένη». Καταληκτικά το Εφετείο διέταξε όπως η πρωτόδικη απόφαση παραμεριστεί και επανεκδικαστεί από άλλον δικαστή.






