Νέες πολιτικές τριβές στις Ηνωμένες Πολιτείες προκαλεί το οικονομικό σκέλος της υπό διαμόρφωση συμφωνίας ΗΠΑ – Ιράν, με επίκεντρο το ενδεχόμενο η Τεχεράνη να αποκτήσει πρόσβαση σε μεγάλο περιφερειακό επενδυτικό ταμείο, εφόσον τηρήσει τις δεσμεύσεις της στο πλαίσιο της ειρηνευτικής συμφωνίας.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ της εφημερίδας Washington Post, ο Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε την Τρίτη να απορρίψει κατηγορηματικά την εντύπωση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα διοχετεύσουν χρήματα στο Ιράν. Μιλώντας σε δημοσιογράφους στο περιθώριο της Συνόδου της G7 στη Γαλλία, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι οι ΗΠΑ «δεν επενδύουν χρήματα στο Ιράν», χαρακτηρίζοντας «γελοία» τα δημοσιεύματα περί πιθανής αμερικανικής χρηματοδότησης.
Την ίδια ώρα, ωστόσο, πρόσωπα από τον κύκλο του Τραμπ – μεταξύ αυτών και ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς – έχουν αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο το Ιράν να αποκτήσει πρόσβαση σε χρηματοδοτικό σχήμα, όχι όμως με αμερικανικά κονδύλια. Ερωτηθείς από το CBS News για την πιθανότητα δημιουργίας τέτοιου ταμείου, ο Βανς δεν το διέψευσε, λέγοντας ότι η Τεχεράνη θα μπορούσε να έχει πρόσβαση σε τέτοιου είδους χρηματοδότηση από χώρες του Κόλπου, υπό την προϋπόθεση ότι θα τηρήσει τις υποχρεώσεις της.
Το επίμαχο σημείο αφορά ένα πιθανό επενδυτικό ταμείο που, σύμφωνα με διεθνή δημοσιεύματα, θα μπορούσε να φθάνει τα 300 δισ. δολάρια και να λειτουργήσει ως οικονομικό κίνητρο για την ανοικοδόμηση του Ιράν μετά τη σύγκρουση. Η Ουάσιγκτον, ωστόσο, επιμένει ότι δεν πρόκειται για άμεση πληρωμή προς την Τεχεράνη ούτε για αντάλλαγμα έναντι του ιρανικού εμπλουτισμένου ουρανίου.
Η συζήτηση αυτή έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Ρεπουμπλικάνοι στο Κογκρέσο ζητούν περισσότερη ενημέρωση για τους όρους της συμφωνίας, ενώ εκφράζουν επιφυλάξεις για οποιαδήποτε ρύθμιση θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως οικονομική παραχώρηση προς το ιρανικό καθεστώς. Ο Βανς, επιχειρώντας να καθησυχάσει τις αντιδράσεις, έχει τονίσει ότι το Ιράν δεν θα λάβει «ούτε δεκάρα» από τα χρήματα των Αμερικανών φορολογουμένων.
Κατά τη Washington Post, ο Τραμπ παραδέχθηκε ότι στο μέλλον μπορεί να υπάρξουν «τεράστιες ευκαιρίες» για επενδύσεις στο Ιράν, λόγω των καταστροφών που άφησε πίσω της η σύγκρουση. Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι το άμεσο ζητούμενο για τον ίδιο δεν είναι οι οικονομικές προοπτικές, αλλά η ασφάλεια και κυρίως η αποτροπή απόκτησης πυρηνικών όπλων από την Τεχεράνη.
Η συμφωνία, η οποία αναμένεται να υπογραφεί την Παρασκευή στη Γενεύη, προβλέπει μεταξύ άλλων το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, μιας από τις σημαντικότερες θαλάσσιες διόδους για τον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό. Η προοπτική αυτή έχει ήδη επηρεάσει τις αγορές ενέργειας, καθώς οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν μετά τις πληροφορίες για ειρηνευτική συμφωνία και πιθανή αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς.
Ο Τραμπ, από την πλευρά του, δήλωσε ότι δεν θα είχε αντίρρηση να αποστείλει το κείμενο της συμφωνίας στο Κογκρέσο για ενημέρωση, καθώς αρκετοί νομοθέτες ζητούν να γνωρίζουν τους ακριβείς όρους πριν τοποθετηθούν. Το μεγάλο ερώτημα παραμένει αν το οικονομικό σκέλος της συμφωνίας θα παρουσιαστεί ως μηχανισμός ανοικοδόμησης υπό αυστηρούς όρους ή αν θα μετατραπεί σε νέο πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης για τον Τραμπ, θυμίζοντας τις σφοδρές συγκρούσεις που είχαν προκληθεί στις ΗΠΑ γύρω από την πυρηνική συμφωνία του 2015 με το Ιράν.







