Το Κρεμλίνο φέρεται να είχε εξετάσει την απομάκρυνση του Μπασάρ αλ Άσαντ από την εξουσία αρκετούς μήνες πριν από την κατάρρευση του καθεστώτος του, τον Δεκέμβριο του 2024, σύμφωνα με τον βρετανικό Observer. Όπως αναφέρεται, κύκλοι κοντά στον Βλαντίμιρ Πούτιν είχαν καταρτίσει ακόμη και λίστα πιθανών διαδόχων του Σύρου ηγέτη, με την Άσμα Άσαντ να βρίσκεται στην πρώτη θέση.
Η σύζυγος του Μπασάρ αλ Άσαντ, μετά από 24 χρόνια στον ρόλο της πρώτης κυρίας της Συρίας, φέρεται να είχε εξελιχθεί σε ισχυρό κέντρο επιρροής στο προεδρικό μέγαρο. Πρώην στέλεχος του καθεστώτος δήλωσε στον Observer, σύμφωνα με τη Bild, ότι καμία σημαντική απόφαση δεν μπορούσε να περάσει εάν η ίδια διαφωνούσε, καθώς ο Άσαντ τη συμβουλευόταν για κάθε ζήτημα.
Η 50χρονη Άσμα φέρεται να είχε υπό τον έλεγχό της σημαντικό τμήμα της οικονομίας, μέσω του λεγόμενου «Οικονομικού Συμβουλίου». Σύμφωνα με το δημοσίευμα, επιχειρηματίες πιέζονταν να μεταβιβάσουν περιουσιακά στοιχεία σε πρόσωπα εμπιστοσύνης του καθεστώτος, ενώ όσοι αρνούνταν βρίσκονταν αντιμέτωποι με διώξεις, πάγωμα λογαριασμών ή κλείσιμο επιχειρήσεων.
Ο Πούτιν, σύμφωνα με τον Observer, είχε απογοητευθεί από τον Άσαντ, θεωρώντας ότι, παρά τη ρωσική στήριξη, δεν κατάφερε ούτε να τερματίσει τον εμφύλιο πόλεμο ούτε να σταθεροποιήσει πολιτικά τη Συρία. Πηγή κοντά στο καθεστώς αναφέρει ότι στον Άσαντ είχε τεθεί ακόμη και το σενάριο να παραδώσει την εξουσία στη σύζυγό του, πρόταση την οποία ο ίδιος φέρεται να αντιμετώπισε ειρωνικά.
Μετά την πτώση του καθεστώτος, η οικογένεια Άσαντ κατέφυγε στη Ρωσία. Ο Μπασάρ αλ Άσαντ φέρεται να μη μπορεί ουσιαστικά να εγκαταλείψει τη χώρα, ενώ η Άσμα Άσαντ, σύμφωνα με τα ίδια δημοσιεύματα, συνεχίζει να ταξιδεύει, με συχνές επισκέψεις στο Ντουμπάι. Παράλληλα, παραμένει ανεπιθύμητη στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου γεννήθηκε, καθώς και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.






