Περισσότερες από 670 τράπεζες και τραπεζικές οντότητες έκλεισαν στην Κίνα μέσα στο 2025, καθώς το Πεκίνο επιταχύνει μια ευρείας κλίμακας αναδιάρθρωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Μέσα σε μόλις τέσσερα χρόνια, ο αριθμός των τραπεζικών οντοτήτων στη χώρα έχει μειωθεί κατά 23%, στις 3.139.
Πίσω από τη μαζική αυτή συρρίκνωση βρίσκεται η προσπάθεια των κινεζικών αρχών να περιορίσουν τους κινδύνους που δημιουργούν οι μικρές και οικονομικά ευάλωτες τράπεζες, σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία αντιμετωπίζει επίμονη κρίση στην αγορά ακινήτων, αποπληθωριστικές πιέσεις, χαμηλά επιτόκια και μειωμένη ζήτηση για δανεισμό.
Σύμφωνα με στοιχεία της National Financial Regulatory Administration που επικαλούνται οι Financial Times, τα περισσότερα από τα λουκέτα αφορούσαν αγροτικές τράπεζες. Οι αρχές επιδιώκουν να περιορίσουν τον κατακερματισμό του τραπεζικού τομέα μέσω συγχωνεύσεων, απορροφήσεων και κεφαλαιακών ενισχύσεων, αντί να αφήσουν τις προβληματικές τράπεζες να καταρρεύσουν ανεξέλεγκτα.
Οι μικρές περιφερειακές τράπεζες θεωρούνται ο πιο ευάλωτος κρίκος του συστήματος, καθώς αντιμετωπίζουν προβλήματα ποιότητας ενεργητικού, χαμηλή κεφαλαιακή επάρκεια και αδυναμίες εταιρικής διακυβέρνησης. Παρά το μικρό μέγεθος της καθεμιάς, συνολικά οι αγροτικές και περιφερειακές τράπεζες αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ένα τέταρτο του συνολικού ενεργητικού του κινεζικού τραπεζικού συστήματος, το οποίο ανέρχεται περίπου στα 64 τρισ. δολάρια.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Γουχάν, όπου οι αρχές ανέλαβαν τον έλεγχο της προβληματικής Z-Bank τον Ιούλιο. Η τράπεζα, με ενεργητικό 124 δισ. γιουάν στο τέλος του 2024, απορροφήθηκε στη συνέχεια από τη Hankou Bank.
Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η περίπτωση της Εσωτερικής Μογγολίας. Εκεί ο αριθμός των τραπεζών μειώθηκε από περισσότερες από 100 σε μόλις 12, μετά από μια μεγάλη διαδικασία ενοποίησης υπό την Inner Mongolia Rural Commercial Bank.
Η στρατηγική του Πεκίνου έχει τις ρίζες της και στην τραπεζική κρίση της Baoshang Bank το 2019. Η ανάληψη του ελέγχου της τότε αποτέλεσε προειδοποίηση για τις αρχές σχετικά με το πόσο γρήγορα ένα πρόβλημα ρευστότητας σε έναν μικρό χρηματοπιστωτικό οργανισμό μπορεί να μετατραπεί σε κρίση εμπιστοσύνης.
Την ίδια ώρα, οι συνθήκες στην κινεζική οικονομία δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο τους μικρότερους δανειστές. Η πολυετής άνθηση της αγοράς ακινήτων έχει αντιστραφεί, τα επιτόκια παραμένουν χαμηλά και τα περιθώρια κέρδους των τραπεζών συρρικνώνονται. Παράλληλα, η ζήτηση για νέα δάνεια εμφανίζει σημάδια κόπωσης.
Τα κινεζικά νοικοκυριά μειώνουν τη μόχλευσή τους, ιδιαίτερα μέσω των στεγαστικών δανείων, με αποτέλεσμα οι τράπεζες να στρέφονται περισσότερο προς τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων. Η εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με τους οίκους αξιολόγησης, απαιτεί προσοχή, χωρίς ωστόσο να θεωρείται μέχρι στιγμής συστημική απειλή για το σύνολο του τραπεζικού κλάδου.
Παράλληλα με την εκκαθάριση των μικρότερων τραπεζών, το Πεκίνο ενισχύει και τους μεγάλους κρατικούς ομίλους. Τον Σεπτέμβριο ανακοινώθηκε κεφαλαιακή ενίσχυση ύψους 54 δισ. δολαρίων για ασφαλιστικές εταιρείες και δύο από τις μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας, ενώ πέρυσι είχαν διοχετευθεί σχεδόν 70 δισ. δολάρια σε τέσσερις ακόμη μεγάλες κρατικές τράπεζες.
Η εικόνα που διαμορφώνεται δεν παραπέμπει, σύμφωνα με τους Financial Times και τους οίκους αξιολόγησης που επικαλούνται, σε άμεση κατάρρευση του κινεζικού τραπεζικού συστήματος. Αντίθετα, δείχνει μια προσπάθεια του Πεκίνου να απομακρύνει τους πιο αδύναμους κρίκους και να περιορίσει εγκαίρως τον κίνδυνο μιας ευρύτερης χρηματοπιστωτικής αναταραχής.
Σε ένα τραπεζικό σύστημα ενεργητικού 64 τρισ. δολαρίων, η Κίνα επιλέγει έτσι να προχωρήσει σε μια πρωτοφανή αναδιάρθρωση, πριν οι πιέσεις από τα ακίνητα, τον αποπληθωρισμό και τη χαμηλή ζήτηση για δάνεια μετατραπούν σε μεγαλύτερο πρόβλημα.







