Δουλεύουμε όλοι. Γιατί δεν «προκόβει» η Κύπρος;

ΠΟΛΙΤΗΣ NEWS

Header Image

Δουλεύουμε όλοι πολλές ώρες, αλλά παράγουμε λίγα. Η 4η Έκθεση Ανταγωνιστικότητας δείχνει ότι το πρόβλημα της Κύπρου δεν είναι οι πόροι, αλλά το πώς τους χρησιμοποιούμε και αυτό, ευτυχώς, μαθαίνεται.

*Της Μαρίας Γεωργίου

Φαντάσου δύο καφετέριες στην ίδια γωνία. Στην πρώτη, ο ιδιοκτήτης ανοίγει στις έξι το πρωί, κλείνει μεσάνυχτα, τρέχει όλη μέρα, και στο τέλος του μήνα μετά βίας βγάζει τα έξοδα. Δίπλα, στη δεύτερη, δουλεύουν λιγότερες ώρες, με μια καλή μηχανή, ένα έξυπνο σύστημα παραγγελιών και προσωπικό που ξέρει τι κάνει και βγάζουν τον διπλάσιο τζίρο. Ίδιος κόπος, διαφορετικό αποτέλεσμα. Αυτή η διαφορά έχει ένα όνομα: παραγωγικότητα. Και είναι, ουσιαστικά, η ιστορία ολόκληρης της κυπριακής οικονομίας.

Τη περασμένη Δευτέρα το Συμβούλιο Οικονομίας και Ανταγωνιστικότητας Κύπρου (ΣΟΑΚ) παρουσίασε την 4η κατά σειρά Έκθεση Ανταγωνιστικότητας Κύπρου, που εκπονήθηκε από ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου Κύπρου και παρουσιάστηκε από τον Καθηγητή Οικονομικών, Δρ. Σοφρώνη Κληρίδη. Δεν είναι ένα ακόμη κείμενο για το συρτάρι. Είναι ένας καθρέφτης και η εικόνα που μας επιστρέφει είναι πιο ενδιαφέρουσα και πιο αισιόδοξη, απ’ όσο νομίζουμε.

Ας ξεκινήσουμε από αυτό που η Έκθεση κάνει διαφορετικά. Για χρόνια μετρούσαμε την επιτυχία μιας χώρας με στεγνά νούμερα: πόσο μεγάλωσε το ΑΕΠ, πόσο έπεσε η ανεργία. Η Έκθεση, όπως την παρουσιάζει ο Κληρίδης, μετατοπίζει αυτή τη λογική. Η ανταγωνιστικότητα, σημειώνει, δεν μπορεί πια να αξιολογείται μόνο με οικονομικούς όρους. Πρέπει να συνδέεται με τη δυνατότητα μιας χώρας να δημιουργεί διατηρήσιμη ευημερία, μέσα από ένα υγιές επιχειρηματικό περιβάλλον, γερές οικονομικές επιδόσεις και κοινωνική και περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Με απλά λόγια: δεν φτάνει να τρέχει η οικονομία. Πρέπει να τρέχει με τρόπο που να βελτιώνει πραγματικά τη ζωή μας και να αντέχει στον χρόνο.

Εδώ είναι και η πρώτη παγίδα στην οποία πέφτουμε όλοι. Όταν βγαίνει μια τέτοια Έκθεση, το πρώτο που ρωτάμε είναι «σε ποια θέση είμαστε;». Τα νούμερα υπάρχουν: 44η στις 69 χώρες στον δείκτη του IMD, 38η στις 82 στον δείκτη του Economist για το επιχειρηματικό περιβάλλον, 20ή στις 27 περιφέρειες της ΕΕ. Αλλά η αξία μιας τέτοιας μελέτης δεν κρύβεται στην τελική κατάταξη. Κρύβεται στο τι ακριβώς μετράει ο κάθε δείκτης και τι αποκαλύπτει για εμάς. Η κατάταξη είναι ο τίτλος. Η διάγνωση είναι η ουσία. Κι αν αφήσουμε για λίγο στην άκρη τη βαθμολογία, η διάγνωση είναι αποκαλυπτική.

Γιατί στα χαρτιά, η Κύπρος δείχνει να τα έχει όλα. Χαμηλή ανεργία, υψηλά ποσοστά απασχόλησης, σημαντική εισροή εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού τα τελευταία χρόνια, ελκυστικό κόστος, ένας τομέας τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών (ICT) που ανθεί και τραβά διεθνείς εταιρείες. Γεμάτα εστιατόρια, γερανοί παντού, χρήμα που κυκλοφορεί. Κι όμως, η Έκθεση εντοπίζει με σαφήνεια τη μεγαλύτερη διαρθρωτική μας αδυναμία: την παραγωγικότητα. Δουλεύουμε πολλοί και πολλές ώρες, αλλά η αξία που παράγουμε ανά ώρα υστερεί σε σχέση με τις χώρες με τις οποίες θέλουμε να συγκρινόμαστε. Είμαστε, με δυο λόγια, η πρώτη καφετέρια. Με μία φωτεινή εξαίρεση: τον τομέα του ICT, που λειτουργεί σαν ζωντανή απόδειξη ότι, όταν στήσουμε σωστά το σύστημα, μπορούμε να παίξουμε στην κορυφή.

Η πιο δυνατή φράση της ημέρας ήρθε όταν η συζήτηση έφτασε στις ξένες επενδύσεις. «Δεν είναι όλες οι επενδύσεις ίδιες», είπε ο Κληρίδης και αξίζει να την κρατήσουμε. Η Κύπρος συνεχίζει να προσελκύει σημαντικά κεφάλαια, όμως το μεγαλύτερο μέρος τους αφορά εξαγορές, μετακινήσεις εταιρειών και χρηματοοικονομικές συναλλαγές, και όχι νέες παραγωγικές εγκαταστάσεις που χτίζουν κάτι αληθινό, προσλαμβάνουν κόσμο και μεταφέρουν τεχνογνωσία. Όταν ένα περιουσιακό στοιχείο απλώς αλλάζει χέρια, η προστιθέμενη αξία για την οικονομία είναι περιορισμένη. Είμαστε μια μικρή οικονομία, τόνισε, που δεν μπορεί να απορροφήσει απεριόριστο αριθμό εταιρειών χωρίς επιπτώσεις. Άρα πρέπει να επιλέγουμε ποιες επενδύσεις μας δίνουν τα περισσότερα και μας κοστίζουν τα λιγότερα.

Κι εδώ θέλω να σταθώ σε κάτι που με απασχόλησε όσο διάβαζα την Έκθεση. Αυτή η λογική, ότι δεν μετράει πόσο μπαίνει, αλλά τι κάνεις μ’ αυτό, δεν αφορά μόνο τα κράτη. Είναι η ιστορία κάθε σπιτιού. Πάρε δύο οικογένειες με τον ίδιο μισθό. Η μία τα ξοδεύει όλα, ζει από την πρώτη ως την πρώτη και στην πρώτη στραβή, όπως πχ. μια βλάβη στο αυτοκίνητο, ένας οδοντίατρος, βρίσκεται στα σχοινιά. Η άλλη, με τον ίδιο ακριβώς μισθό, βάζει κάθε μήνα κάτι στην άκρη, το αφήνει να δουλέψει και σιγά σιγά χτίζει ένα μαξιλάρι. Δεν είναι θέμα τύχης αλλά είναι θέμα γνώσης. Το λέμε χρηματοοικονομικό αλφαβητισμό: την ικανότητα να μετατρέπεις τον μισθό σε ασφάλεια.

Κι ας ξεκαθαρίσουμε κάτι για την αποταμίευση, που στην Κύπρο τη συνδέουμε ακόμη, λανθασμένα, με τη σφιχτοχεριά. Δεν είναι τσιγκουνιά. Είναι ελευθερία. Είναι να μπορείς να πεις όχι σε μια κακή δουλειά, να αντέξεις μια δύσκολη χρονιά, να σταματήσεις να δουλεύεις όταν το αποφασίσεις εσύ κι όχι όταν σε αναγκάσει το πορτοφόλι σου. Και δεν το λέω εγώ. Το λέει η ίδια η Έκθεση, που καταγράφει ότι η Κύπρος έχει από τα χαμηλότερα ποσοστά αποταμίευσης στην Ευρώπη και ένα συνταξιοδοτικό σύστημα που ζητά ριζική, ολιστική μεταρρύθμιση. Δεν είναι σύμπτωση που τόσοι συμπατριώτες μας συνεχίζουν να εργάζονται και μετά τη σύνταξη, όχι γιατί το επιλέγουν, αλλά γιατί δεν έχουν την άνεση να σταματήσουν. Αυτή είναι η εικόνα της πρώτης οικογένειας και της πρώτης καφετέριας, σε επίπεδο χώρας: τρέχουμε ασταμάτητα, και το μαξιλάρι δεν χτίζεται ποτέ.

Και κάπου εδώ μου ήρθε μια ανάμνηση. Από το δημοτικό κιόλας, στην Κύπρο, υπήρχε ένα μάθημα που σήμερα ακούγεται σχεδόν γραφικό: τα Οικοκυρικά ή όπως το ονομάζει το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, Οικιακή Οικονομία, που μας συντρόφευε ύστερα και στο γυμνάσιο. Μας μάθαιναν, παιδιά ακόμη, πράγματα που τότε μας φαίνονταν βαρετά: πώς στήνεις έναν προϋπολογισμό για το σπίτι, πώς ισορροπείς έσοδα και έξοδα, πώς διαβάζεις μια ετικέτα, πώς οργανώνεις ένα νοικοκυριό. Ζούσαμε, μέσα στην τάξη, έναν μικρόκοσμο της ενήλικης ζωής. Μας έβαζαν εργασίες σαν να ήμασταν κιόλας μεγάλοι. Να κάνουμε τα ψώνια της εβδομάδας με δεδομένο ποσό, να σχεδιάσουμε ένα γεύμα, να υπολογίσουμε τι περισσεύει στο τέλος του μήνα. Δεν το καταλαβαίναμε τότε, αλλά μας δίδασκαν κάτι πολύτιμο: ότι η ζωή θέλει διαχείριση, όχι μόνο εισόδημα.

Και δεν ήταν μόνο το μάθημα. Είχαμε κάποτε και το σχολικό ταμιευτήριο. Εκείνο το μικρό μπλε βιβλιάριο όπου ο κάθε μαθητής έφερνε, κάθε Δευτέρα πρωί, τη λίρα του, κι εκείνος ο τυχερός που είχε γενέθλια, ή που τον είχε πλουμίσει η γιαγιά του, ερχόταν περήφανος με ένα ολόκληρο πεντόλιρο. Κι έβλεπες, αράδα την αράδα, το ποσό να μεγαλώνει. «Φασούλι φασούλι γεμίζει το σακούλι», μας έλεγαν και το πιστεύαμε γιατί το βλέπαμε με τα μάτια μας. Δεν ήταν τα λεφτά που μετρούσαν αλλά ήταν η συνήθεια. Μαθαίναμε, χωρίς να το ξέρουμε, την πιο δύσκολη οικονομική δεξιότητα όλων: να βάζεις κάτι στην άκρη σήμερα για ένα αύριο που δεν φαίνεται ακόμη. Αυτή τη συνήθεια, που κάποτε χτιζόταν από τα έξι μας, σήμερα την έχουμε χάσει και την ψάχνουμε μετά, μεγάλοι πια, με σεμινάρια και εφαρμογές στο κινητό.

Το μάθημα αυτό, με τα χρόνια, έσβησε και αλλού καταργήθηκε ως «ανούσιο», αλλού διαλύθηκε μέσα σε ευρύτερα, πιο «μοντέρνα» μαθήματα. Και να που, χρόνια μετά, ανακαλύπτουμε ξανά τον χρηματοοικονομικό εγγραμματισμό σαν να είναι κάποια ολοκαίνουρια ιδέα, λες και δεν τον είχαμε ήδη, με άλλο όνομα, πάνω στο θρανίο. Είναι, σε μικρογραφία, ακριβώς το παράδοξο που περιγράφει η Έκθεση για την παιδεία μας: δαπανούμε σημαντικό μέρος του ΑΕΠ, αλλά τα αποτελέσματα απογοητεύουν, γιατί το πρόβλημα δεν είναι πόσα βάζουμε αλλά πόσο σωστά τα στοχεύουμε. Διδάσκουμε πολλά, δεν διδάσκουμε πάντα τα χρήσιμα. Κι αν θέλουμε μια γενιά που θα ξέρει να μετατρέπει το εισόδημα σε περιουσία και το ταλέντο σε αξία, ίσως η αρχή να μην είναι ένα ακόμη ακριβό πρόγραμμα, αλλά η επιστροφή σε κάτι απλό που κάποτε ξέραμε: να μαθαίνουμε τα παιδιά να ζουν, πρακτικά, στον κόσμο που τα περιμένει.

Γιατί στο βάθος, η εθνική και η προσωπική οικονομία πάσχουν από το ίδιο πράγμα. Όταν μια οικογένεια δεν ξέρει να διαχειρίζεται τον μισθό της και μια χώρα δεν ξέρει να αξιοποιεί τα κεφάλαια και το ταλέντο της, μιλάμε για την ίδια ασθένεια σε δύο κλίμακες: δεν μετατρέπουμε τη ροή σε απόθεμα. Μπαίνουν λεφτά, περνούν, φεύγουν και πίσω τους δεν μένει κάτι που να αντέχει.

Η Έκθεση, ευτυχώς, δεν μένει στα συμπτώματα αλλά πάει στη ρίζα. Και η ρίζα, σε μεγάλο βαθμό, είναι η ικανότητα του κράτους να σχεδιάζει και να υλοποιεί. Εδώ τα ευρήματα είναι αμείλικτα: αδυναμίες στη δημόσια διοίκηση, στην απονομή δικαιοσύνης, στην υλοποίηση μεγάλων έργων. Ο πρόεδρος του ΣΟΑΚ, Δημήτρης Γεωργιάδης το έδωσε με ένα παράδειγμα που όλοι αναγνωρίζουμε: στην ενέργεια συζητάμε ταυτόχρονα την ηλεκτρική διασύνδεση με την Ελλάδα, την αποθήκευση και νέες μονάδες παραγωγής χωρίς πάντα να εξετάζουμε πώς όλα αυτά αλληλοσυμπληρώνονται ή αλληλοαναιρούνται. Δεν μπορεί, είπε, κάθε φορέας να βλέπει μόνο το δικό του κομμάτι. Χρειάζεται ενιαίος στρατηγικός σχεδιασμός. Το ίδιο φάρμακο, ουσιαστικά, που χρειάζεται και το νοικοκυριό: να βλέπεις το σύνολο, όχι το κάθε έξοδο ξεχωριστά.

Κι αν όλα αυτά ακούγονται βαριά, εδώ είναι το σημείο που η Έκθεση αλλάζει τόνο και γίνεται, για μένα, βαθιά αισιόδοξη. Πάρε το ενεργειακό. Πολλές ευρωπαϊκές χώρες αντιμετωπίζουν την πράσινη μετάβαση σαν κόστος. Ο αντιπρόεδρος του ΣΟΑΚ, Γιώργος Συρίχας το αντέστρεψε: η Κύπρος, με το ακριβό ρεύμα και τον άπλετο ήλιο, έχει τα ισχυρότερα οικονομικά κίνητρα όλων για να τρέξει στις ανανεώσιμες πηγές. Αυτό που μοιάζει αδυναμία μπορεί να γίνει το μεγαλύτερό μας πλεονέκτημα. Κι αυτή είναι, στην ουσία, η συνολική κατάληξη της Έκθεσης: η πρόκληση της Κύπρου δεν είναι η έλλειψη πόρων, αλλά η αποτελεσματικότερη αξιοποίησή τους. Δεν είμαστε φτωχή χώρα. Έχουμε ταλέντο, κεφάλαια, θέση, ήλιο. Είμαστε απλώς ακόμη άτεχνοι στο πώς τα χρησιμοποιούμε. Και τούτο είναι, αν το καλοσκεφτείς, το καλύτερο νέο που θα μπορούσε να μας δώσει μια τέτοια μελέτη γιατί η αξιοποίηση, σε αντίθεση με τους πόρους, μαθαίνεται.

Κι αν θέλουμε απόδειξη ότι η μικρή Κύπρος μπορεί να σταθεί στην κορυφή του κόσμου, δεν χρειάζεται να κοιτάξουμε μακριά, αρκεί να κοιτάξουμε τη θάλασσα. Η ναυτιλία είναι ίσως η μεγαλύτερη, και η πιο παραγνωρισμένη, επιτυχία της οικονομίας μας. Εταιρείες με βάση την Κύπρο διαχειρίζονται σήμερα πάνω από το 20% της παγκόσμιας διαχείρισης πλοίων από τρίτους, κάτι που μας κάνει το μεγαλύτερο κέντρο διαχείρισης πλοίων στην Ευρώπη και ανάμεσα στα πέντε κορυφαία του κόσμου. Ο δε κυπριακός στόλος είναι ο πέμπτος μεγαλύτερος στην ΕΕ και δέκατος τέταρτος παγκοσμίως. Κι όλα αυτά τα πετυχαίνει ένας τομέας που στηρίζει γύρω στο 7% του ΑΕΠ (περίπου 1,9 δισ. Ευρώ), χωρίς κρατικές επιδοτήσεις, στηριγμένος καθαρά στην τεχνογνωσία, την αξιοπιστία και τη φήμη του. Ένα νησάκι στη Μεσόγειο που κουμαντάρει ένα ολόκληρο κομμάτι του παγκόσμιου εμπορίου: αυτό δεν είναι τύχη ούτε προνόμιο που μας χάρισε κάποιος. Είναι ικανότητα. Κι αποδεικνύει ότι, όταν συνδυάσουμε σταθερό πλαίσιο, ταλέντο και ξεκάθαρη στόχευση, η Κύπρος δεν απλώς συμμετέχει κερδίζει σε παγκόσμιο επίπεδο. Το ζητούμενο είναι να κάνουμε με την υπόλοιπη οικονομία αυτό που κάναμε με τη ναυτιλία.

Κι ενώ έγραφα αυτές τις γραμμές, ήρθε μια είδηση που, ομολογώ, με έκανε να χαμογελάσω. Το διεθνές κέντρο ανταγωνιστικότητας του IMD στην Ελβετία δημοσίευσε τη φετινή του κατάταξη και η Κύπρος ανέβηκε δύο θέσεις: από την 44η πέρυσι στην 42η φέτος, ανάμεσα σε 70 οικονομίες. Δύο σκαλοπάτια. Δεν είναι επανάσταση, το ξέρω. Είναι όμως κίνηση και μάλιστα προς τη σωστή κατεύθυνση. Και το πιο ενδιαφέρον δεν είναι το νούμερο, θυμάστε που είπαμε να μην κολλάμε στο νούμερο; αλλά το από πού ήρθε η άνοδος. Βελτιωθήκαμε ακριβώς εκεί που παραδοσιακά υστερούσαμε: στις διοικητικές πρακτικές, στην ευελιξία των επιχειρήσεων, στην εικόνα της χώρας στο εξωτερικό. Στα «μαλακά» δηλαδή, στα ανθρώπινα, σ’ αυτά που αλλάζουν όταν αλλάζει η νοοτροπία κι όχι όταν ρίχνεις απλώς χρήμα.

Και πάλι, ας μην παρασυρθούμε. Γιατί η ίδια κατάταξη δείχνει ότι, την ώρα που ανεβαίνουμε στα ανθρώπινα, παραμένουμε καθηλωμένοι στα σκληρά: στο κόστος του ρεύματος, στην ενέργεια, στη διαχείριση του νερού, στις βασικές υποδομές. Εκεί η Κύπρος μένει ακόμη από τις τελευταίες ανάμεσα στις 70. Με άλλα λόγια, η φετινή άνοδος επιβεβαιώνει ακριβώς αυτό που λέει η Έκθεση: μπορούμε να κινηθούμε γρήγορα όταν το θελήσουμε, αλλά τα βαθιά, διαρθρωτικά προβλήματα δεν λύνονται με μία καλή χρονιά. Θέλουν επιμονή. Θέλουν ένα σχέδιο που να αντέχει πέρα από τη συγκυρία.

Γι’ αυτό και η πιο ώριμη πρόταση της Έκθεσης δεν είναι ένα μέτρο, αλλά ένας μηχανισμός. Το ΣΟΑΚ ζητά την επικαιροποίηση και τη συστηματική παρακολούθηση του Οράματος 2035, με μια ειδική μονάδα εφαρμογής που θα λειτουργεί πάνω από τους πολιτικούς κύκλους και θα εξασφαλίζει συνέχεια ανεξάρτητα από το ποιος κυβερνά. Γιατί η ενέργεια, το νερό, οι μεγάλες υποδομές δεν αντέχουν να επανασχεδιάζονται από την αρχή κάθε φορά που αλλάζει η κυβέρνηση. Όταν ρωτήθηκε αν είναι ρεαλιστικό να προσελκύσουμε πιο παραγωγικές επενδύσεις δεδομένων των δυσκολιών μας, ο Συρίχας δεν ωραιοποίησε τίποτα: ναι, είναι δύσκολο, είπε, αλλά η εναλλακτική, να συνεχίσουμε χωρίς στόχευση, είναι πολύ χειρότερη.

Αξίζει, εδώ, να σταθούμε και στο ίδιο το έργο. Το να αναλάβει ένα ανεξάρτητο Συμβούλιο να βάλει τη χώρα μπροστά στον καθρέφτη, να αναθέσει σε πανεπιστημιακή ομάδα μια αυστηρή σύγκριση με δώδεκα σοβαρές οικονομίες (από την Ιρλανδία και τη Δανία ως την Εσθονία και το Ισραήλ) και να καταθέσει όχι ευχολόγια αλλά διάγνωση και κατευθύνσεις, είναι από μόνο του ένδειξη ωρίμανσης στον τρόπο που χαράσσουμε πολιτική. Δεν είναι αυτονόητο. Και είναι ακριβώς το είδος δουλειάς που χρειαζόμαστε περισσότερο: όχι να μας λένε τι θέλουμε ν’ ακούσουμε, αλλά τι πρέπει.

Στο τέλος, η Έκθεση Ανταγωνιστικότητας 2025 δεν είναι μια λίστα με προβλήματα. Είναι ένας χάρτης. Μας δείχνει μια χώρα που έχει όλα τα συστατικά της επιτυχίας και της λείπει μόνο ένα: η τέχνη να τα συνδυάσει. Όπως η δεύτερη καφετέρια, που με τον ίδιο κόπο βγάζει διπλάσιο αποτέλεσμα. Όπως η οικογένεια που, με τον ίδιο μισθό, χτίζει μέλλον αντί να ζει από μήνα σε μήνα. Όπως το παιδί που, αντί να μάθει μόνο θεωρίες, μαθαίνει να ζει. Το ερώτημα δεν είναι πια αν ξέρουμε τι φταίει, τώρα το ξέρουμε, μαύρο στο άσπρο. Είναι αν θα ακολουθήσουμε τον χάρτη ή θα τον αφήσουμε να κιτρινίσει σ’ ένα συρτάρι. Κι αυτό, σε αντίθεση με τους δείκτες και τις κατατάξεις, δεν το αποφασίζει κανένας ξένος οργανισμός. Το αποφασίζουμε εμείς.

* Σύμβουλος Επικοινωνίας, Πολιτισμού, Δημοσίων Υποθέσεων και Στρατηγικής

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.

Διαβάστε περισσότερα