Τα υπέρ και τα κατά του νέου εγχειρήματος για την ίδρυση Συνεργατικού Πιστωτικού Ιδρύματος αναλύουν ο πρόεδρος της Επιτροπής της Παγκύπριας Συνεργατικής Εταιρείας Συμμετοχών και Προώθησης Συνεργατισμού Λτδ, Πανίκος Χάμπας, και ο πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομίας και Ανταγωνιστικότητας, οικονομολόγος και πρώην πρόεδρος του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, Δημήτρης Γεωργιάδης, ξεκαθαρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι οι πολίτες σε αυτή τη φάση δεν αγοράζουν μετοχές σε τράπεζα, αλλά συμμετέχουν σε έναν οργανισμό που έχει ως στόχο τη δημιουργία της.
Μιλώντας στην εκπομπή «Πρωινή Επιθεώρηση» στον Πολίτη 107.6 & 97.6, οι δύο ανέλυσαν τις προοπτικές, τις προκλήσεις και τους κινδύνους του εγχειρήματος, με τον Πανίκο Χάμπα να εμφανίζεται βέβαιος ότι η προσπάθεια θα προχωρήσει και τον Δημήτρη Γεωργιάδη να τονίζει ότι «σίγουρα υπάρχει ρίσκο» για όσους επιλέξουν να επενδύσουν στη συγκεκριμένη φάση.
Η δημόσια προσφορά της Παγκύπριας Συνεργατικής Εταιρείας Συμμετοχών και Προώθησης Συνεργατισμού αφορά την έκδοση μέχρι 42 εκατ. νέων μετοχών, στην τιμή του ενός ευρώ ανά μετοχή, με ελάχιστη συμμετοχή τις 100 μετοχές. Το 60% της έκδοσης απευθύνεται σε φυσικά πρόσωπα και το 40% σε κυπριακές εταιρείες, ενώ, σε περίπτωση υπερκάλυψης, η έκδοση μπορεί να επεκταθεί μέχρι τα 100 εκατ. μετοχές.
«Δεν είμαστε τράπεζα αυτή τη στιγμή», λέει ο Χάμπας - «Αυτή τη στιγμή το κοινό δεν αγοράζει μετοχές σε τράπεζα», διευκρινίζει ο Γεωργιάδης
Ο Πανίκος Χάμπας ξεκαθάρισε αρχικά ότι το νέο εγχείρημα δεν διαθέτει ακόμη τραπεζική άδεια. «Εμείς δεν είμαστε τράπεζα αυτή τη στιγμή. Είμαστε η εταιρεία η οποία θα κάνει την τράπεζα», ανέφερε, σημειώνοντας ότι από το 2018 η Κύπρος δεν διαθέτει συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα.
Κατά τον ίδιο, για την υποβολή της αίτησης αδειοδότησης δύο από τα βασικά ζητήματα είναι η εξασφάλιση των κεφαλαίων και η στελέχωση της διοίκησης. Όπως είπε, η προσπάθεια βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο ως προς τη στελέχωση, χωρίς, ωστόσο, να μπορούν ακόμη να ανακοινωθούν ονόματα.
Οι αιτήσεις αναμένεται, σύμφωνα με τον κ. Χάμπα, να κατατεθούν ταυτόχρονα στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πριν από το τέλος του 2026. «Μόλις έχουμε τα κεφάλαια και το διοικητικό συμβούλιο, θα αρχίσουμε να χτίζουμε την τράπεζα», είπε, διευκρινίζοντας ότι η προετοιμασία θα προχωρεί παράλληλα με τη διαδικασία αδειοδότησης.
Ως προς τον χρόνο έναρξης λειτουργίας της νέας τράπεζας, εκτίμησε ότι αυτό θα μπορούσε να γίνει από το 2028 και μετά.
Στους κινδύνους που συνοδεύουν τη συγκεκριμένη φάση της προσπάθειας στάθηκε ο Δημήτρης Γεωργιάδης, καλώντας τους ενδιαφερόμενους να μελετήσουν προσεκτικά το ενημερωτικό δελτίο. «Σίγουρα υπάρχει ρίσκο», ανέφερε, σημειώνοντας ότι οι κίνδυνοι καταγράφονται με αρκετή σαφήνεια στο σχετικό έγγραφο. «Αυτό που είναι σημαντικό είναι να αντιληφθεί ο κόσμος ότι αυτή τη στιγμή δεν αγοράζει μετοχές σε τράπεζα», τόνισε.
Όπως εξήγησε, οι πολίτες αγοράζουν μετοχές σε έναν οργανισμό ο οποίος έχει ως στόχο να δημιουργήσει την τράπεζα. Οι μετοχές της τράπεζας θα ανήκουν στη συνεργατική εταιρεία που συστήνεται αυτή την περίοδο και η οποία προβλέπεται να ελέγχει το 60% της νέας τράπεζας, εφόσον το εγχείρημα προχωρήσει σύμφωνα με τον σχεδιασμό.
Κατά τον ίδιο, όποιος επιλέξει να συμμετάσχει θα πρέπει να αντιληφθεί τα ρίσκα, να εξετάσει ποιοι βρίσκονται πίσω από την προσπάθεια, το ιστορικό τους και κατά πόσο τους εμπιστεύεται.
Τι γίνεται με τα χρήματα εάν δεν προχωρήσει το εγχείρημα
Ένα από τα βασικά ζητήματα που τέθηκαν αφορά το ενδεχόμενο να μη δοθεί τελικά τραπεζική άδεια ή να μην προχωρήσει η προσπάθεια.
Ο Πανίκος Χάμπας ανέφερε ότι το σχετικό ενδεχόμενο έχει προβλεφθεί στο ενημερωτικό δελτίο, καλώντας τους πολίτες να το διαβάσουν «πολύ προσεκτικά» πριν προχωρήσουν στην αγορά μετοχών. «Να είναι μια συνειδητή πράξη από μέρους τους και όχι με συναίσθημα», είπε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τα χρήματα από τη δημόσια προσφορά κατατίθενται αρχικά στον ανάδοχο και, όταν μεταφερθούν στην εταιρεία, θα εκδοθούν ηλεκτρονικά οι μετοχές στους συμμετέχοντες. Εάν το εγχείρημα δεν προχωρήσει, τα χρήματα θα επιστραφούν μετά την εκκαθάριση της εταιρείας.
Ο Δημήτρης Γεωργιάδης στάθηκε, ωστόσο, στο ύψος των εξόδων που ενδέχεται να έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή. Όπως εξήγησε, τα χρήματα θα επιστραφούν αφού αφαιρεθούν τα έξοδα, τα οποία θα εξαρτηθούν από το στάδιο στο οποίο θα βρίσκεται η προσπάθεια.
«Εάν προχωρήσει αρκετά και πάει ακόμη έναν ή δύο χρόνους και πραγματοποιηθούν εκατομμύρια έξοδα, τότε αυτά θα αφαιρεθούν πριν επιστραφούν σε αυτούς που θα έχουν βάλει κεφάλαια», ανέφερε. Παρά τους κινδύνους, ο Πανίκος Χάμπας εμφανίστηκε βέβαιος για την πορεία της προσπάθειας.
«Δεν υπάρχει περίπτωση να μην προχωρήσουμε», ανέφερε, αποκαλύπτοντας ότι προηγήθηκαν δύο διαδικασίες καταγραφής του ενδιαφέροντος των πολιτών. Όπως είπε, σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε πόλεις και χωριά της Κύπρου, 1.577 άτομα κλήθηκαν να δηλώσουν πόσες μετοχές θα αγόραζαν. «Ουσιαστικά ψήφιζαν και έριχναν μέσα σε κάλπη πόσες μετοχές θα αγόραζαν και μετά τις ανοίγαμε ενώπιόν τους και τις μετρούσαμε», είπε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τα 1.577 άτομα δήλωσαν ότι θα αγόραζαν μετοχές συνολικής αξίας 5,976 εκατ. ευρώ. «Στη ζωή πρέπει να παίρνεις κάποια ρίσκα. Αυτά τα ρίσκα πρέπει να είναι ελεγχόμενα», ανέφερε.
Ποια θα είναι η διαφορά από τις άλλες τράπεζες
Κεντρικό ερώτημα στη συζήτηση αποτέλεσε το κατά πόσο ένα νέο Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα μπορεί πράγματι να λειτουργήσει διαφορετικά από τις υπόλοιπες τράπεζες, από τη στιγμή που θα υπόκειται στο ίδιο αυστηρό εποπτικό πλαίσιο.
Ο Πανίκος Χάμπας υποστήριξε ότι στόχος είναι η δημιουργία «μιας τράπεζας που θα βοηθά τον πολίτη και όχι μιας τράπεζας που θα τον οδηγεί σε αδιέξοδα».
«Επιλέξαμε να κάνουμε ξανά την ιδέα με βασική αρχή “ο καθένας για όλους και όλοι για τον καθένα”», είπε, διευκρινίζοντας ότι αυτή θα εφαρμόζεται «μέσα σε ένα περιβάλλον αυστηρής εποπτείας, σύγχρονης εταιρικής διακυβέρνησης και αξιόπιστης τεχνολογίας».
Όπως ανέφερε, η νέα τράπεζα φιλοδοξεί να γίνει ο «προτιμότερος συνεργάτης των νοικοκυριών», διατηρώντας ισορροπία μεταξύ κερδοφορίας, κοινωνικής αποστολής και βιώσιμης ανάπτυξης. «Δεν μπορεί η Κύπρος να συνεχίσει άλλο να υπάρχει ολιγοπώλιο στις τράπεζες», σημείωσε.
Ερωτηθείς κατά πόσο η νέα Συνεργατική Τράπεζα θα δίνει πιο εύκολα δάνεια, ο κ. Χάμπας απέφυγε να απαντήσει καταφατικά. «Εξαρτάται τι εννοούμε πιο εύκολα», είπε, επισημαίνοντας ότι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια δεν επιβαρύνουν μόνο τις τράπεζες, αλλά ολόκληρη την κοινωνία και την οικονομία.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η διαφορά θα βρίσκεται στην ενισχυμένη συμβουλευτική προς τους πελάτες. «Εμείς θα έχουμε περισσότερους συμβούλους, για να συμβουλεύουν προς το συνετό τον πελάτη, ούτως ώστε να μη γίνονται λανθασμένες αποφάσεις εκατέρωθεν και στο τέλος να έχουμε αυτά τα προβλήματα τα οποία ζήσαμε», ανέφερε. «Θα έχουμε μια τράπεζα η οποία θα συμβουλεύει, μια τράπεζα των πολιτών. Βασικά, δική τους είναι η τράπεζα», πρόσθεσε.
Ο Δημήτρης Γεωργιάδης, από την πλευρά του, σημείωσε ότι η διεθνής εμπειρία δεν δείχνει πως τα συνεργατικά ιδρύματα προσφέρουν κατ' ανάγκη καλύτερα επιτόκια στους καταθέτες ή στους δανειζόμενους.
Η βασική διαφορά τους, όπως εξήγησε, είναι ότι παραδοσιακά δανείζουν περισσότερο βάσει της σχέσης με τον πελάτη, ζητούν λιγότερες εξασφαλίσεις και εμφανίζονται πιο ευέλικτα. «Φυσικά, αυτό αυξάνει το ρίσκο», υπογράμμισε.
Ο κίνδυνος να επαναληφθούν λάθη του παρελθόντος
Στη συζήτηση τέθηκε και ο κίνδυνος επανάληψης φαινομένων πολιτικών και κομματικών παρεμβάσεων που συνδέθηκαν με τον παλαιό Συνεργατισμό.
Ο Πανίκος Χάμπας υποστήριξε ότι η βασική διασφάλιση είναι η εποπτεία. «Η διασφάλιση είναι οι εποπτικές αρχές. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Τέλος. Κανείς δεν ξεφεύγει», ανέφερε.
Απαντώντας στις ανησυχίες ότι «τα κόμματα θα κάνουν ξανά πάρτι» στον νέο Συνεργατισμό, σημείωσε ότι πίσω από την προσπάθεια βρίσκεται ένα ευρύ σύνολο συνεργατικών εταιρειών, συνδικαλιστικών και άλλων οργανώσεων. «Όλος ο κόσμος ψηφίζει, ανήκει σε κόμματα. Θα έρθουν τα κόμματα έξω από αυτόν τον οργανισμό; Η ουσία είναι να ελεγχόμαστε», είπε.
Ο Δημήτρης Γεωργιάδης αναγνώρισε ότι οι κίνδυνοι υπάρχουν. «Βεβαίως υπάρχουν αυτοί οι κίνδυνοι. Το είδαμε και στο παρελθόν», ανέφερε, τονίζοντας ότι καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσουν τα πρόσωπα που θα στελεχώσουν τον οργανισμό και η κουλτούρα που θα αναπτυχθεί.
Ιδιαίτερα ως προς την αρχή «ένα μέλος, μία ψήφος», σημείωσε ότι το μοντέλο λειτουργεί όταν τα μέλη έχουν κοινούς στόχους και αντιμετωπίζουν κοινές προκλήσεις. Όταν, όμως, σε έναν οργανισμό συνυπάρχουν διαφορετικά συμφέροντα, από εταιρείες που επιδιώκουν κέρδος μέχρι καταθέτες και δανειζόμενους με διαφορετικές προτεραιότητες, «τότε εκεί θα αρχίσουν τα προβλήματα». «Είναι θέμα πώς θα διατηρηθεί αυτή η σωστή κουλτούρα μέσα για να δουλέψει το μοντέλο», σημείωσε.
Αρκούν τα 42 εκατ. ευρώ;
Ο κ. Γεωργιάδης έθεσε και το ζήτημα κατά πόσο τα 42 εκατ. ευρώ είναι αρκετά για τη δημιουργία μιας βιώσιμης τράπεζας στο σημερινό περιβάλλον.
Όπως εξήγησε, το ποσό μπορεί να είναι αρκετό για να τεθεί σε λειτουργία το εγχείρημα και να ξεκινήσει η τράπεζα, ιδιαίτερα εάν ο αρχικός σχεδιασμός προβλέπει τη λειτουργία δύο καταστημάτων.
Ωστόσο, μια παρατεταμένη διαδικασία αδειοδότησης ή πρόσθετες απαιτήσεις από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου μπορούν να αυξήσουν σημαντικά το κόστος. «Τα έξοδα τρέχουν», ανέφερε. Έθεσε, παράλληλα, το ερώτημα κατά πόσο υπάρχει εναλλακτικό σχέδιο στην περίπτωση που, σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, απαιτηθούν επιπλέον 30 ή 40 εκατ. ευρώ.
Ακούστε ολη την παρέμβαση του Πανίκου Χάμπα και Δημήτρη Γεωργιάδη στην «Πρωινή Επιθεώρηση» του Πολίτη 107.6 & 97.6:






