Είναι τα 1.088 ευρώ λογικό ποσό για τον κατώτατο μισθό στην Κύπρο; Η εύκολη απάντηση θα ήταν ναι, αφού πλησιάζει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Όμως, μια πιο προσεκτική ανάλυση που λαμβάνει υπόψη το κόστος ζωής και το ποσοστό ανεργίας, μας οδηγεί σε διαφορετικά συμπεράσματα. Με μαθηματική σχεδόν ακρίβεια, ο κατώτατος μισθός θα πρέπει να αναθεωρηθεί προς τα πάνω, εφόσον οι ίδιες οι επιχειρήσεις επιθυμούν να προσελκύουν εργαζομένους. Αυτό είναι το «καμπανάκι» για τους επιχειρηματίες, ακόμη και αν δίνονται διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου. Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς οι ίδιες οι επιχειρήσεις θα αυξήσουν την παραγωγικότητά τους ώστε να μπορέσουν να προσφέρουν καλύτερους μισθούς, καθώς και πώς τα νοικοκυριά μπορούν να μειώσουν το κόστος ζωής τους.
Στην Ισπανία, όπου ο κατώτατος μισθός ανέρχεται σε 1.381 ευρώ και ο δείκτης κόστους ζωής (σύμφωνα με τη Numbeo) είναι 51,6 -κατατάσσοντας τη χώρα στην 29η θέση στην Ευρώπη- ενώ στην Κύπρο με 1.088 ευρώ ο δείκτης φθάνει στο 58,6 και βρίσκεται στην 21η θέση. Το συμπέρασμα είναι σαφές: ο κατώτατος μισθός στην Κύπρο θα έπρεπε να είναι αρκετά υψηλότερος. Ακόμη και στην Ελλάδα, όπου ο κατώτατος μισθός φθάνει τα 1.027 ευρώ, τα χρήματα αυτά έχουν ενδεχομένως μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη, καθώς ο δείκτης κόστους ζωής είναι 54 και η χώρα βρίσκεται στην 25η θέση. Μάλιστα, στη λίστα της Numbeo μόνο η Εσθονία έχει υψηλότερο δείκτη κόστους ζωής και χαμηλότερο κατώτατο μισθό από την Κύπρο. Σε πολλές χώρες της ΕΕ, ο κατώτατος μισθός είναι ακόμα και υψηλότερος από τον διάμεσο μισθό στην Κύπρο, όπως για παράδειγμα στο Λουξεμβούργο (2.704 ευρώ), έστω και με πολύ υψηλότερο κόστος ζωής (δείκτης 78).
Η λύση, βέβαια, δεν είναι να πάρει κανείς τη «βαλίτσα και δρόμο» για το Λουξεμβούργο - αν και σίγουρα αυτό δελεάζει τους νέους της χώρας, όταν η ανεργία αγγίζει το 12%. Ούτε μπορούμε να υποσχόμαστε στους εργαζόμενους ότι ο κατώτατος μισθός θα φθάσει τα 1.500 ευρώ, ώστε να εξισωθεί με την Ισπανία. Παρ' όλα αυτά, οι κυπριακές επιχειρήσεις οφείλουν να αναζητήσουν τρόπους για καλύτερες αμοιβές. Αυτό δεν θα επιτευχθεί μόνο με υπουργικά διατάγματα ή πιο οργανωμένο συνδικαλισμό - αν και αυτά θα βοηθήσουν σε κάποιο βαθμό. Αυτό που χρειάζεται είναι εκσυγχρονισμός και εξορθολογισμός των εξόδων τους. Πιο συγκεκριμένα, θα πρέπει:
- Να απολαμβάνουν βασικές υπηρεσίες, όπως ο ηλεκτρισμός, σε κόστος που να ανταποκρίνεται στις πραγματικές δυνατότητες της οικονομίας.
- Να έχουν ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες και εύκολη ψηφιακή πρόσβαση, ώστε να μην σπαταλούν χρόνο ή να επιβαρύνονται με επιπρόσθετα έξοδα για ιδιώτες εκεί που δεν χρειάζεται.
- Να προστατεύονται από φαινόμενα διαφθοράς, με τελευταία διαπίστωση ότι πολλές επιχειρήσεις εξαναγκάζονται να πληρώνουν για «προστασία» από ή προς εγκληματικά στοιχεία.
Μέσα από αυτές τις εξοικονομήσεις θα διευκολυνθούν και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις να ζητήσουν υψηλότερες αμοιβές για τους εργαζομένους. Παράλληλα, ανάλογες διορθωτικές μεταρρυθμίσεις θα βοηθήσουν τα νοικοκυριά να μειώσουν το κόστος ζωής τους.
Έτσι:
- Το κόστος βασικών υπηρεσιών, όπως οι μεταφορές, πρέπει να τεθεί στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, όχι στο περιθώριο όπως σήμερα. Το κόστος απόκτησης και συντήρησης ιδιωτικού οχήματος για όσους αμείβονται με τον βασικό μισθό είναι απαγορευτικό. Φθηνότερα και καλύτερα λεωφορεία, όπως και προαστιακός σιδηρόδρομος που να συνδέει την πρωτεύουσα με το λιμάνι και το αεροδρόμιο, θα αποτελούσαν πραγματική αναπτυξιακή παρέμβαση.
- Καλύτερες υπηρεσίες εκπαίδευσης, που να μειώνουν την ανάγκη για εξωσχολικά φροντιστήρια, θα βοηθούσαν στη μείωση του κόστους ζωής για τα νοικοκυριά.
- Κίνητρα και αντικίνητρα, ώστε να μην παραμένουν αναξιοποίητες υψηλής αξίας ακίνητες περιουσίες στα κέντρα των πόλεων, θα συνέβαλλαν στον εξορθολογισμό των στεγαστικών τιμών, κάνοντας τη στέγαση πιο προσιτή για τους χαμηλόμισθους.
Γύρω από αυτά τα ζητήματα θα πρέπει να περιστραφεί η δημόσια συζήτηση ενόψει των βουλευτικών εκλογών. Σε αυτά πρέπει να επικεντρωθούν όλοι, αντί για κουτσομπολιά και την ανάδειξη ατομικών «εγώ» των υποψηφίων.





