Οι προβλέψεις που δημοσιεύθηκαν την περασμένη εβδομάδα δείχνουν ότι έως το 2030 η ΕΕ θα μπορούσε να εξαρτάται από τις ΗΠΑ για το 80% των εισαγωγών της σε υγροποιημένο φυσικό αέριο (ΥΦΑ) (Σχήμα 1). Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι έως τότε, περίπου το 40% του συνόλου των εισαγωγών φυσικού αερίου και ΥΦΑ της ΕΕ θα προέρχεται από τις ΗΠΑ, επίπεδο παρόμοιο με την εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο πριν από την εισβολή στην Ουκρανία, η οποία θεωρήθηκε από πολλούς ως επικίνδυνη «κυρίαρχη και μονοπωλιακή θέση». Όλοι γνωρίζουμε τις συνέπειες που ακολούθησαν. Η ΕΕ έχει πλέον συμφωνήσει την πλήρη απαγόρευση του ρωσικού ΥΦΑ έως το τέλος του 2026 και του φυσικού αερίου μέσω αγωγών έως τα τέλη του 2027, κάτι που θα ενισχύσει την εξάρτηση από το αμερικανικό ΥΦΑ.
Η ΕΕ είναι ήδη ο μεγαλύτερος αγοραστής αμερικανικού ΥΦΑ, έχοντας απορροφήσει πάνω από το 50% των εξαγωγών αμερικανικού ΥΦΑ το 2025. Πρόκειται για μια υπερβολική εξάρτηση που, δεδομένης της δυσλειτουργίας των πολιτικών σχέσεων μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ υπό την προεδρία του Τραμπ, θέτει σε κίνδυνο τη μελλοντική ασφάλεια του εφοδιασμού. Επίσης, έρχεται σε αντίθεση με τα σχέδια της ΕΕ για ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας μέσω της μεγαλύτερης αποκεντρώσεώς της. Στην πραγματικότητα, η ΕΕ βρίσκεται αντιμέτωπη με τον αυξανόμενο κίνδυνο να αντικαταστήσει μια κυρίαρχη εξάρτηση από τις εισαγωγές φυσικού αερίου, τη Ρωσία, με μια άλλη, τις ΗΠΑ.
Σχήμα 1: Εισαγωγές ΥΦΑ από τις ΗΠΑ στην ΕΕ

Αυτές οι ανησυχίες κορυφώθηκαν την περασμένη εβδομάδα, όταν ο Πρόεδρος Τραμπ απείλησε να καταλάβει τη Γροιλανδία με τη βία, για να ακολουθήσουν απειλές για επιβολή πρόσθετων δασμών στις οκτώ ευρωπαϊκές χώρες που έστειλαν στρατιωτικά αποσπάσματα στη Γροιλανδία.
Η απειλή μειώθηκε στα τέλη της περασμένης εβδομάδας στο Νταβός, όταν ο Τραμπ έκανε πίσω από την απειλή για τη Γροιλανδία και δήλωσε ότι θα ακολουθήσει την οδό των διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, ο κίνδυνος παραμένει.
Αυτό που πέτυχε, όμως, ήταν να διαλύσει κάθε ψευδαίσθηση που είχε η ΕΕ σχετικά με την εξάρτησή της από τις ΗΠΑ για την άμυνά της, αλλά και ως στενό και αξιόπιστο σύμμαχο. Οι απειλές έθεσαν επίσης υπό αμφισβήτηση την έντονη εξάρτηση της ΕΕ από τις ΗΠΑ για τον ενεργειακό της εφοδιασμό. Το ΥΦΑ προοριζόταν να αποτελέσει μια ασφαλή εναλλακτική λύση έναντι του ρωσικού φυσικού αερίου. Αυτό δεν είναι πλέον δεδομένο. Αν ο Πρόεδρος Τραμπ ήταν διατεθειμένος να χρησιμοποιήσει τους δασμούς ως μέσο αντιποίνων, τι θα τον εμπόδιζε να κάνει το ίδιο με τον ενεργειακό εφοδιασμό, μετατρέποντας την ισχυρή θέση των ΗΠΑ στον τομέα του πετρελαίου και του φυσικού αερίου σε όπλο για να προσπαθήσει να εξαναγκάσει τις ευρωπαϊκές χώρες.
Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα ήταν πολύ πιο σοβαρό, με άμεσες συνέπειες. Μια σημαντική και απότομη διακοπή του εφοδιασμού με υγροποιημένο φυσικό αέριο θα μπορούσε να βυθίσει την ήπειρο στο σκοτάδι και να προκαλέσει διαταραχές στη βιομηχανία. Η ευπάθεια της Ευρώπης σε μια πολιτική διαμάχη με τις ΗΠΑ έχει αυξηθεί.
Η ενεργειακή εξάρτηση της ΕΕ από τις ΗΠΑ
Η εξάρτηση της ΕΕ από τις ΗΠΑ στον τομέα της ενέργειας αυξάνεται. Και δεν αφορά μόνο το ΥΦΑ, αλλά και το πετρέλαιο, με πάνω από το 16% των εισαγωγών της το 2024 (Σχήμα 2) να προέρχεται από τις ΗΠΑ.
Σχήμα 2: Εισαγωγές ενέργειας της ΕΕ ανά χώρα, 2024
Σύμφωνα με τη συμφωνία εμπορίου με τις ΗΠΑ που έχει πλέον παγώσει -και η οποία συμφωνήθηκε τον περασμένο Ιούλιο-, η ΕΕ έχει δεσμευτεί να αυξήσει ακόμη περισσότερο τις εισαγωγές αυτές. Η συμφωνία ορίζει: «Οι ΗΠΑ και η ΕΕ δεσμεύονται να συνεργαστούν για τη διασφάλιση ασφαλών, αξιόπιστων και διαφοροποιημένων ενεργειακών προμηθειών, μεταξύ άλλων αντιμετωπίζοντας μη δασμολογικά εμπόδια που ενδέχεται να περιορίσουν το διμερές εμπόριο ενέργειας. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας, η ΕΕ προτίθεται να προμηθευτεί αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο, πετρέλαιο και προϊόντα πυρηνικής ενέργειας με αναμενόμενη αξία αγοράς $750 δισεκατομμυρίων έως το 2028».
Η συμφωνία έχει σχεδιαστεί ώστε να οδηγήσει σε «σημαντική αύξηση» της ενεργειακής συνεργασίας, ιδίως δεδομένου ότι το 2025 οι εισαγωγές ενεργειακών προϊόντων από τις ΗΠΑ στην ΕΕ περιορίστηκαν σε $74 δισεκατομμύρια.
Ωστόσο, η κλιμάκωση των διατλαντικών εντάσεων μετά τις προσπάθειες του Τραμπ να προσαρτήσει τη Γροιλανδία και την απειλή του να επιβάλει πρόσθετους τιμωρητικούς δασμούς οδήγησαν την ΕΕ να παγώσει επ' αόριστον τη διαδικασία έγκρισης της συμφωνίας. Αν μη τι άλλο, η πολιτική κατάσταση επιδεινώνεται, με πολλούς Ευρωπαίους ηγέτες να υποστηρίζουν τη «στρατηγική αυτονομία» και τη μείωση του κινδύνου από την οικονομική εξάρτηση από τις ΗΠΑ. Ακόμη και αν δεν συμβεί τίποτα στο άμεσο μέλλον, το «μυστικό έχει αποκαλυφθεί».
Είναι πολύ πιθανό ότι οι ανησυχίες της Ευρώπης για την ενεργειακή ασφάλεια ως αποτέλεσμα αυτής της διαμάχης θα περιορίσουν την περαιτέρω αύξηση των εξαγωγών ενεργειακών προϊόντων των ΗΠΑ προς την ΕΕ. Είναι σαφές ότι η ΕΕ πρέπει να επιστρέψει στην αρχική στρατηγική «διαφοροποίησης» των ενεργειακών προμηθειών που οραματίστηκε το REPowerEU, ανεξάρτητα από την εξέλιξη των σχέσεών της με τις ΗΠΑ.
Εναλλακτικές επιλογές
Αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο που η παγκόσμια παραγωγική δυναμικότητα του υγροποιημένου φυσικού αερίου αυξάνεται, με 88 εκατομμύρια τόνους ετησίως να εισέρχονται στις αγορές το 2025 και το 2026, και φτάνοντας τα 170-200 εκατομμύρια μετρικούς τόνους έως το 2030. Αυτό όχι μόνο θα οδηγήσει σε υπερπροσφορά ΥΦΑ, αλλά αναμένεται να μειώσει τις τιμές, έως και $6 ανά εκατομμύριο βρετανικών θερμικών μονάδων.
Επίσης, δίνει στην ΕΕ την ευελιξία να εξασφαλίσει εναλλακτικές προμήθειες ΥΦΑ πέραν των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι εξελίξεις μέχρι στιγμής το 2026 το επιβεβαιώνουν. Παρόλο που το μεγαλύτερο μέρος του νέου ΥΦΑ θα προέρχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Κατάρ αυξάνει την εξαγωγική του δυναμικότητα κατά 65 εκατομμύρια μετρικούς τόνους ετησίως έως το 2030. Ο Καναδάς και η Αφρική προσθέτουν επίσης σε αυτό.
Αυτό που έρχεται επίσης να βοηθήσει την ΕΕ είναι η πρόβλεψη ότι η ζήτηση φυσικού αερίου της είναι πιθανό να μειωθεί κατά 7%-10% έως το 2030 -από τα επίπεδα του 2023- λόγω της επέκτασης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, της ηλεκτροδότησης και των μέτρων ενεργειακής απόδοσης στο πλαίσιο της εμβληματικής πολιτικής REPowerEU, ειδικά στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας.
Η εξελισσόμενη γεωπολιτική κατάσταση ενδέχεται να επιταχύνει τη μετάβαση της ΕΕ στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, υπό την προϋπόθεση ότι θα ξεπεραστούν τα εμπόδια, όπως ο εκσυγχρονισμός και η δυναμικότητα του δικτύου, η διασύνδεση και η αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας.
Ήδη, εννέα ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου, έχουν συμφωνήσει να κατασκευάσουν ένα τεράστιο, κοινό, υπεράκτιο δίκτυο αιολικής ενέργειας στη Βόρεια Θάλασσα. Στόχος τους είναι να υποστηρίξουν τη σταθερή αύξηση κατά 15 GW υπεράκτιας αιολικής ενέργειας κάθε χρόνο μεταξύ 2031 και 2040. Δήλωσαν ότι δεν είναι αντίθετοι στο εμπόριο ενέργειας με τις ΗΠΑ, αλλά επίσης δεν επιδιώκουν να αντικαταστήσουν μια εξάρτηση με μια νέα εξάρτηση. Θέλουν να αναπτύξουν τη δική τους ενέργεια.
Επίδραση στην Κύπρο
Προς το παρόν, η Κύπρος δεν επηρεάζεται. Ωστόσο, θα πρέπει να εξετάσει τις επιλογές της καθώς προχωρά στη μετάβαση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ντίζελ σε φυσικό αέριο. Η Κύπρος είναι εγκλωβισμένη σε υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και υψηλές εκπομπές που αυξάνουν το κόστος της ενέργειας, καθιστώντας αυτή τη μετάβαση επείγουσα προτεραιότητα, παρά τις τρέχουσες καθυστερήσεις και την αναποφασιστικότητα. Εάν οι καθυστερήσεις αυτές συνεχιστούν, η Κύπρος κινδυνεύει να παραμείνει εξαρτημένη από το ακριβό ντίζελ για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, και να χάσει τις φθηνότερες διεθνείς αγορές ΥΦΑ. Πρέπει να εξεταστούν διεξοδικά όλες οι επιλογές για την ολοκλήρωση του έργου εισαγωγής ΥΦΑ στο Βασιλικό, συμπεριλαμβανομένης της υποβολής αιτήσεων για παρεκκλίσεις από την ΕΕ, όπου οι τρέχουσες νομικές απαιτήσεις περιορίζουν τις επιλογές αυτές.
*Σύμβουλου του Ατλαντικού Συμβουλίου. Το άρθρο αναδημοσιεύεται από το Μπλοκ της Εταιρείας Κυπριακών Οικονομικών Μελετών. (https://cypruseconomicsociety.org/blog/blog-posts/)





