Η επιδοματική πολιτική ή παροχολογία αποτελεί μια εύκολη και προσφιλή προσέγγιση μιας κυβέρνησης για την αντιμετώπιση των όποιων σύνθετων κοινωνικοοικονομικών προβλημάτων παρουσιάζονται. Από την προσπάθεια επίλυσης του ζητήματος της στέγασης και της διασφάλισης επαρκούς εισοδήματος για όλους, μέχρι την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος, και από, τη δημόσια εκπαίδευση, τη δημόσια υγεία και την ενεργειακή μετάβαση μέχρι το συνταξιοδοτικό και το υδατικό, η επιλογή είναι, συνήθως, μια και δοκιμασμένη. Δηλαδή, η παροχή επιδομάτων και οικονομικών κινήτρων, αντί της θέσπισης ολοκληρωμένης πολιτικής προσέγγισης στην επίλυση του σύνθετου προβλήματος.
Πόσο αποδοτική και αποτελεσματική είναι, όμως, αυτή η παροχολογία; Ξέρει κανείς; Την έχουμε μετρήσει και αξιολογήσει; Ποιο πανεπιστήμιο ή κέντρο ερευνών, ποιος κυβερνητικός φορέας το έκανε και πότε; Και αν έγιναν τέτοιες αξιολογήσεις και μετρήσεις, πού είναι τα αποτελέσματα; Πού δημοσιοποιήθηκαν; Ποιος τα μελέτησε και πώς; Ποια ανατροφοδότηση έγινε στη βάση αυτών των αξιολογήσεων και πώς χρησίμευσαν αυτά τα συμπεράσματα για να βελτιωθούν οι όποιες επιδοματικές πολιτικές; Αυτά και πολλά άλλα ερωτήματα γύρω από την αποτελεσματικότητα των επιδομάτων και των παροχών παραμένουν ασαφή και αδιευκρίνιστα παρά τα δισεκατομμύρια που έχουμε παραχωρήσει υπέρ μιας πλειάδας πολιτικών τα τελευταία χρόνια.
Ασφαλώς, έγιναν κατά καιρούς δηλώσεις από εκείνους τους λίγους βουλευτές που καταλαβαίνουν από αυτά τα ζητήματα και υπήρξαν και παρεμβάσεις πολιτικών κομμάτων, οι οποίες όμως περιορίζονταν στα όσα η επικαιρότητα επέβαλλε, είτε τούτα αφορούσαν το υδατικό, είτε το κυκλοφοριακό, το δημογραφικό και τα τόσα άλλα. Και ίσως αυτή να είναι και η βασική παθογένεια του υφιστάμενου μοντέλου λειτουργίας μας. Δηλαδή η απουσία αξιολόγησης και εποικοδομητικής κριτικής. Δηλαδή κριτικής που να τεκμηριώνεται και να συνοδεύεται από βελτιωτικές αντιπροτάσεις. Από την άλλη, φαίνεται ότι καμιά κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται να εισακούσει καλοπροαίρετες εισηγήσεις προερχόμενες από τις όποιες αντιπολιτευόμενες πολιτικές δυνάμεις ή έτερες δημόσιες φωνές του τόπου, επειδή παραείναι δέσμια της ανασφάλειας και του πολιτικού κυνισμού της. Αυτό, όμως, το γεγονός δημιουργεί πολιτικό αδιέξοδο επειδή ακυρώνεται η δημοκρατική διαλεκτική αρχή που υποκαθίσταται από την στείρα εκ προοιμίου απόρριψη της όποιας θέσης, μόνο και μόνο επειδή προέρχεται από τον όποιο δεν συμμετέχει και στηρίζει πειθήνια την όποια κυβέρνηση. Τούτο με τη σειρά του υποδαυλίζει την πόλωση που ενισχύει την απογοήτευση των πολιτών απέναντι στο υφιστάμενο πολιτικό σύστημα με συνέπεια την αποστροφή και απόρριψη της πολιτικής χαρακτηρίζοντας την ως αναποτελεσματική. Γεγονός, κατ' επέκταση, που οδηγεί στη ριζοσπαστικοποίηση ως απέλπιδα αναζήτηση διεξόδου.
Ακόμα χειρότερη καθίσταται, δυστυχώς, η κατάσταση όταν ο ίδιος ο πολίτης ακούει κάθε μερικούς μήνες εξαγγελίες για νέες επιδοματικές πολιτικές και νέες παραχωρήσεις ως τις μόνες δυνατές προτάσεις προς επίλυση των προβλημάτων της κοινωνίας. Όμως, όταν και αν τις δει στην τσέπη του απογοητεύεται, αφού ούτε ως απόλυτα ποσά τoν ικανοποιούν, αλλά ούτε και παρέχονται με εύκολα προσβάσιμες και διαφανείς διαδικασίες. Είναι, με άλλα λόγια, χωρίς πρακτικό αντίκρισμα, και δεν επιλύουν κανένα από τα βασικά προβλήματα που έχει, αφού η επίπτωσή τους είναι ανεπαίσθητη λόγω των δομικών στρεβλώσεων που χαρακτηρίζουν κάθε ένα από τα μεγάλα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα που υποτίθεται ότι καλούνται να επιλύσουν.
Για παράδειγμα, δεν θα μιλήσουμε για το κόστος ζωής και ενέργειας ή για το υδατικό αλλά και για το δημογραφικό, δηλαδή την υπογεννητικότητα και την τρίτη ηλικία. Αυτό το πρόβλημα δεν θα επιλυθεί μόνο με τη φορολογική παροχή και τα επιδόματα, αν δεν υπάρξει απάντηση, για παράδειγμα, στο ουσιαστικό πρόβλημα της διακίνησης και απασχόλησης των παιδιών τις ώρες και μέρες που οι γονείς τους εργάζονται. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες, οι ανειδίκευτοι οικιακοί βοηθοί δεν αποτελούν λύση και το ξέρουμε όλοι. Όπως όλοι ξέρουμε ότι τα χίλια και τα δύο χιλιάδες ευρώ φορολογικής απαλλαγής δεν αποτελούν επαρκές κίνητρο. Αντίστοιχα, η αντιμετώπιση των προβλημάτων της τρίτης ηλικίας, ειδικά σε μια κοινωνία που γερνά ταχύτατα, δεν μπορεί να περιορίζεται στα 20, στα 50 και στα 100 ευρώ αύξησης της σύνταξης. Το δημογραφικό, όπως και όλα τα υπόλοιπα σύνθετα προβλήματα, χρειάζεται συνολική πολιτική προσέγγιση και καινοτόμο αναδιάταξη πόρων και βέλτιστη πρακτική σύζευξη κρατικών λειτουργιών σε μια ευρεία γκάμα ζητημάτων. Ζητημάτων που διατέμνουν τη διαχείριση της απασχόλησης, των δημόσιων συνεισφορών, της εκπαίδευσης των παιδιών, της δημόσιας περίθαλψης, της αποτελεσματικής κοινωνικής πρόνοιας, των συστημάτων δημόσιων συγκοινωνιών, κοκ.
Αντί όμως αυτής της σύνθετης, και ομολογουμένως απαιτητικής σε γνώση, δεξιότητα και φαιά ουσία, προσέγγισης που πραγματικά θα μεταρρύθμιζε τον τόπο, φαίνεται ότι η επιλογή της «μπακαλολογιστικής» των επιδομάτων στη διαχείριση και επίλυση των σύγχρονων προβλημάτων της κοινωνίας μας είναι, για τους περισσότερους πολιτικούς μας ηγέτες, μονόδρομος. Ίσως επειδή είναι η εύκολη και γρήγορη «λύση» που ακούγεται και «ωραία» και «γράφει» στην κάμερα, επειδή ο τελικός αριθμός του ποσού που θα δαπανηθεί φαντάζει μεγάλος και εντυπωσιακός, σαν τις φωτογραφίες των πιάτων που σερβίρουν τα φαστφουντάδικα! Αλλά που, όπως και το φαγητό των τελευταίων, αν το δούμε, για παράδειγμα, «από κοντά» και κατά αναλογία του ΑΕΠ είναι πενιχρό και λειψό. Ακόμα χειρότερα, όταν τον αξιολογήσουμε με ποιοτικά κριτήρια, τότε βλέπουμε και πόσο επιβλαβής μπορεί να είναι! Αλλά ποιος νοιάζεται τώρα για όλα αυτά. Κουβέντα να γίνεται, εξαγγελίες και πετάμενα χρήματα για να γεμίζουν τα αφτιά και το στομάχι με αέρα...





