*Του Αντώνη Αντωνίου, Σύμβουλου Επικοινωνίας, TheMedium
Ζούμε στη νέα κυπριακή και διεθνή πραγματικότητα. Διεθνείς τεχνολογικές και όχι μόνο εταιρείες εγκαθίστανται μαζικά στην Κύπρο δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας και φέρνοντας μαζί τους υψηλά επίπεδα αμοιβών. Επειδή δεν μπορούν να βρουν κατάλληλα καταρτισμένο εγχώριο προσωπικό, προσελκύουν ταλέντο από το εξωτερικό, ενισχύοντας την εικόνα της χώρας ως ανερχόμενο τεχνολογικό κόμβο. Ταυτόχρονα, όμως, η πίεση γίνεται αισθητή στην καθημερινότητα των περισσότερων ντόπιων. Οι τιμές των ακινήτων αυξάνονται, το κόστος ζωής ανεβαίνει. Κι αυτό είναι λογικό αφού τα τελευταία χρόνια η οικονομία αναπτύσσεται ταχέως. Το πρόβλημα είναι πως το κατά κεφαλήν εισόδημα δεν αναπτύσσεται με τους ίδιους ρυθμούς και αυτό είναι κάτι που έπρεπε ήδη να προβληματίζει την κυβέρνηση.
Εξ’ ου και η γκρίνια (έτσι κι αλλιώς την έχουμε έμφυτη) και οι παραλογισμοί του τύπου «να φύγουν οι ξένοι». Κι αν φύγουν τι θα κάνουμε δηλαδή; Θα ρίχνουμε δίκτυα από τους πύργους και ότι πιάνουμε θα το τρώμε απλώς για να λέμε πως μένουμε στο κέντρο της Λεμεσού; Ή μπορεί να γίνουμε γκαρσόνια, πωλήτριες, ταμίες κι έτσι θα σταματήσουμε να γκρινιάζουμε ότι μας εξυπηρετούν ξένοι που δεν ξέρουν τη γλώσσα μας.
Που είναι οι δεξιότητες οέο;
Για να μην ξεφύγω όμως, αυτό το νέο περιβάλλον δημιουργεί μια έντονη αντίφαση. Από τη μία, περισσότερες ευκαιρίες. Από την άλλη, μεγαλύτερες απαιτήσεις. Και στο επίκεντρο αυτής της εξίσωσης βρίσκεται ένα κρίσιμο ζήτημα: οι δεξιότητες.
Τα ευρήματα της 15ης Ετήσιας Έρευνας της PwC για τους CEOs στην Κύπρο είναι αποκαλυπτικά. Το 43% των επιχειρηματικών ηγετών δηλώνει ότι η διαθεσιμότητα των κατάλληλων δεξιοτήτων αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή για την ανάπτυξη των οργανισμών τους. Την ίδια στιγμή, σχεδόν οι μισοί CEOs εκφράζουν ανησυχία για το αν ο μετασχηματισμός των επιχειρήσεών τους προχωρά αρκετά γρήγορα ώστε να συμβαδίζει με τις τεχνολογικές εξελίξεις.
Αυτά τα δύο στοιχεία δεν είναι άσχετα μεταξύ τους. Συνθέτουν την ίδια εικόνα που περιγράφει πολύ ξεκάθαρα ότι η αγορά αλλάζει πιο γρήγορα από ό,τι προσαρμόζεται το ανθρώπινο δυναμικό. Και αυτό σε μία οικονομία που παρουσιάζει σχεδόν μηδενική ανεργία είναι πολύ προβληματικό.
Η νέα πραγματικότητα φωνάζει πως η εποχή των «σταθερών» δεξιοτήτων έχει τελειώσει. Η τεχνητή νοημοσύνη, η αυτοματοποίηση και η ψηφιοποίηση δεν αλλάζουν μόνο τον τρόπο που δουλεύουμε, αλλάζουν το ίδιο το περιεχόμενο της εργασίας. Και αυτό σημαίνει ότι κανείς δεν μπορεί να επαναπαύεται.
Εργασία και μάθηση
Οι Κύπριοι, ανεξαρτήτως ηλικίας, καλούνται να επαναπροσδιορίσουν τη θέση τους σε αυτή τη νέα οικονομία. Να επενδύσουν σε νέες γνώσεις, να αναπτύξουν δεξιότητες που ίσως δεν είχαν σκεφτεί ποτέ, να ανακαλύψουν ακόμη και «κρυφά» ταλέντα που μέχρι σήμερα δεν είχαν αξιοποιήσει. Η συνεχής μάθηση δεν είναι πλέον επιλογή είναι προϋπόθεση επιβίωσης και εξέλιξης. Το «Γηράσκω αεί διδασκόμενος» του Σωκράτη θα πρέπει να γίνει «Εργάζομαι αεί διδασκόμενος».
Το βάρος βέβαια δεν θα πρέπει να πέφτει μόνο στους εργαζόμενους. Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να αναλάβουν την πρωτοβουλία γιατί είναι η δική τους παραγωγικότητα και εν τέλει βιωσιμότητα που διακυβεύεται. Πλέον, δεν αρκεί να αναζητούν έτοιμο ταλέντο στην αγορά ιδιαίτερα όταν αυτό γίνεται ολοένα και πιο δυσεύρετο και ακριβό. Οφείλουν να επενδύσουν στους ανθρώπους τους. Να δημιουργήσουν συνθήκες που ενθαρρύνουν τη μάθηση, να ενσωματώσουν νέες τεχνολογίες με τρόπο ουσιαστικό και να βοηθήσουν τις ομάδες τους να εξελιχθούν μαζί με τον οργανισμό.
Πρακτική μάθηση
Τα στοιχεία της έρευνας της PwC δείχνουν επίσης ότι, παρά την πρόοδο, υπάρχει ακόμη δρόμος. Μόλις το 18% των CEOs στην Κύπρο θεωρεί ότι ο οργανισμός του μπορεί να προσελκύσει υψηλής ποιότητας εξειδικευμένο ταλέντο στην τεχνητή νοημοσύνη. Αυτό σημαίνει ότι η λύση δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην εισαγωγή ταλέντου από το εξωτερικό. Χρειάζεται να καλλιεργηθεί εγχώρια. Καθοριστικό ρόλο σ’ αυτή την προσπάθεια έχουν και τα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα τα οποία πρέπει επιτέλους να ξεφύγουν από το στενό πλαίσιο της θεωρητικής μάθησης. Τα πτυχία και τα παραπτυχία δεν είναι τίποτα περισσότερο από διαπιστευτήρια πλέον. Από τη θεωρία στην πράξη, η διαφορά αποδεικνύεται τεράστια. Θα πρέπει να προσφέρουν προγράμματα σύντομης και πρακτικής διάρκειας ώστε να υφιστάμενο και νέο ανθρώπινο δυναμικό να μπορούν να ενσωματωθούν άμεσα στην αγορά εργασίας.
Αν ήμουν πολιτικός και ήθελα να κλείσω με μία θετική νότα το άρθρο θα έλεγα: «Ως Κύπρος έχουμε μπροστά μας μια μοναδική ευκαιρία. Να μετατραπούμε όχι μόνο σε προορισμό εταιρειών, αλλά σε οικοσύστημα γνώσης, καινοτομίας και δεξιοτήτων. Για να γίνει αυτό, απαιτείται συλλογική προσπάθεια: από την πολιτεία, την εκπαίδευση, τις επιχειρήσεις και την ίδια την κοινωνία». Και μπλα μπλα μπλα.
Αλλά δεν είμαι πολιτικός (ανατριχίλες) και η πραγματικότητα είναι πολύ πιο αδίστακτη. Δεν είμαστε στο στάδιο των ευκαιριών. Είμαστε στο παρά ένα του να ακολουθήσουμε την πραγματικότητα ή να μείνουμε κολλημένοι σε μία άλλη εποχή. Αν επιλέξουμε το δεύτερο τότε δεν δικαιούμαστε να παραπονούμαστε ότι οι ξένοι μας τρώνε τις δουλειές.
Τα τελευταία χρόνια βλέπαμε στο διαδίκτυο την εξής φράση: «What if I train my people and they leave?" I say, what if you don't train them... and they stay». Σήμερα πλέον οι εργαζόμενοι πρέπει να σκεφτούν: What if I don’t upskill… and I become irrelevant?
ΥΓ1: Η τελευταία παράγραφος είναι επίτηδες στα αγγλικά. Όσοι δεν την καταλαβαίνουν ξέρουν ποια είναι η πρώτη δεξιότητα που θα πρέπει να αποκτήσουν.
ΥΓ2: Το άρθρο δεν αφορά τους δημόσιους υπαλλήλους αφού είτε καλοί είναι, είτε κακοί, είτε ξέρουν να ανοίγουν υπολογιστή είτε όχι, η θέση εργασίας τους είναι εξασφαλισμένη. Είμαι σίγουρος πως αυτό θα ενοχλήσει όσους δημόσιους υπαλλήλους έχουν μύγα και μυγιάζονται. Οι υπόλοιποι (οι πολλοί) που τραβούν τον φόρτο για τους άλλους θα συμφωνήσουν μαζί μου.







