Οι βουλευτικές εκλογές της 24ης Μαΐου διαμορφώνονται ως μία από τις πιο αβέβαιες και πολιτικά ενδιαφέρουσες αναμετρήσεις των τελευταίων ετών. Όχι επειδή αναμένεται κάποια θεαματική ανατροπή στην κορυφή του κομματικού συστήματος, αλλά επειδή κάτω από την επιφάνεια των ποσοστών καταγράφονται βαθύτερες μετατοπίσεις που ενδέχεται να αλλάξουν ουσιαστικά τη σύνθεση της επόμενης Βουλής και το πολιτικό σκηνικό της επόμενης ημέρας. Αν όλοι θεωρούν ότι οι Βουλευτικές είναι και το πρόκριμα των Προεδρικών τότε, ναι, οι νέες αυτές ισορροπίες θα δοκιμαστούν σε πρώτη βάση διά της εκλογής του νέου προέδρου της Βουλής και ακόμα ίσως καθορίσουν συμμαχίες ενόψει των Προεδρικών του 2028.
Οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων εβδομάδων, παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, συγκλίνουν σε ορισμένα βασικά συμπεράσματα, όπως, υψηλό ποσοστό αναποφάσιστων, έντονη ρευστότητα, αυξημένη διάθεση τιμωρητικής ψήφου, πίεση προς τα παραδοσιακά κόμματα και σημαντική αβεβαιότητα γύρω από τη συμμετοχή. Μέσα από αυτή την εικόνα, πέντε βασικοί παράγοντες φαίνεται πως θα καθορίσουν το αποτέλεσμα.
1. Αναποφάσιστοι και κρυφή ψήφος
Σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, οι αναποφάσιστοι αποτελούν κρίσιμο μέγεθος. Στις φετινές Βουλευτικές, όμως, η σημασία τους είναι ακόμη μεγαλύτερη, καθώς το ποσοστό τους παραμένει αξιοσημείωτα υψηλό ακόμη και λίγες ημέρες πριν από την κάλπη. Το ποσοστό αυτό μία βδομάδα πριν τις εκλογές παραμένει κοντά στο 20%. Αυτό υποδηλώνει όχι απλώς εκλογική αβεβαιότητα, αλλά και βαθύτερη πολιτική αποστασιοποίηση, αφού περίπου ένας στους πέντε πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν φαίνεται να ταυτίζεται εύκολα με κάποιον κομματικό χώρο ή επιλέγει συνειδητά να μην αποκαλύπτει την πρόθεσή του.
Η λεγόμενη «κρυφή ψήφος» αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε συνθήκες πολιτικής απαξίωσης. Υπάρχουν ψηφοφόροι που ενδέχεται να μην εκφράζουν δημόσια την επιλογή τους είτε επειδή στρέφονται προς αντισυστημικά κόμματα είτε επειδή θέλουν να αποφύγουν κοινωνική ή πολιτική ταύτιση. Παράλληλα, υπάρχει και η κατηγορία των πολιτών που δηλώνουν αναποφάσιστοι αλλά στην πραγματικότητα βρίσκονται σε στάδιο τελικής επιλογής.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσοι είναι αυτοί οι ψηφοφόροι, αλλά από πού προέρχονται και προς τα πού θα κινηθούν. Αν πρόκειται κυρίως για απογοητευμένους ψηφοφόρους των μεγάλων κομμάτων, το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να κρύβει εκπλήξεις. Όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το μεγαλύτερο μέρος των αναποφασίστων προέρχεται από τον ΔΗΣΥ κατά κύριο λόγο, ακολουθεί το ΑΚΕΛ και μετά το ΔΗΚΟ. Αν πρόκειται για πολίτες που σκέφτονται την αποχή, τότε η συμμετοχή θα αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα. Αν οι πολίτες αυτοί επαναπατριστούν στα κόμματά τους τότε ίσως δούμε ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ σε υψηλότερες πτήσεις από αυτές που δείχνουν οι μέχρι στιγμής μετρήσεις.
2. Η μάχη για την πρωτιά
Παρότι οι βουλευτικές εκλογές δεν αναδεικνύουν κυβέρνηση, η μάχη για την πρώτη θέση έχει πάντα βαρύνουσα πολιτική σημασία. Στην παρούσα συγκυρία, η αναμέτρηση μεταξύ ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ ξεπερνά τον συμβολισμό μιας απλής κομματικής πρωτιάς και αποκτά χαρακτηριστικά πολιτικής νομιμοποίησης.
Για τον ΔΗΣΥ, η διατήρηση της πρώτης θέσης θα ερμηνευθεί ως επιβεβαίωση της ανθεκτικότητας του κόμματος μετά την απώλεια της εξουσίας στις προεδρικές εκλογές. Θα αποτελέσει ένδειξη ότι διατηρεί τον ρόλο του ως βασικός πόλος του πολιτικού συστήματος, ακόμη και εκτός κυβέρνησης. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι τις τελευταίες εβδομάδες η απόστασή του από το ΑΚΕΛ μεγαλώνει αλλά ακόμα παραμένει εντός του στατιστικού λάθους.
Για το ΑΚΕΛ, η ανατροπή ή ακόμη και η ουσιαστική μείωση της διαφοράς θα θεωρηθεί πολιτικό κέρδος και ένδειξη επανασυσπείρωσης. Θα ενισχύσει το αφήγημα ότι το κόμμα επανακτά δυναμική και παραμένει βασικός διεκδικητής του πολιτικού κέντρου βάρους.
Πέρα από την αριθμητική, η μάχη αυτή αφορά την ψυχολογία της επόμενης ημέρας. Η πρωτιά θα χρησιμοποιηθεί ως πολιτικό κεφάλαιο, είτε για εσωκομματική ενίσχυση είτε για ευρύτερη πολιτική πίεση. Αν η διαφορά είναι μικρή, η ερμηνεία θα είναι εξίσου κρίσιμη με το ίδιο το αποτέλεσμα.
3. Ψήφος διαμαρτυρίας
Ένα από τα πιο έντονα χαρακτηριστικά αυτής της εκλογικής αναμέτρησης είναι η ισχυρή διάθεση αμφισβήτησης του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος. Οι υποθέσεις διαφθοράς των προηγούμενων ετών, η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς, η αίσθηση ατιμωρησίας και η απογοήτευση από τη γενικότερη πολιτική αντιπαράθεση έχουν καλλιεργήσει το έδαφος για ενίσχυση της ψήφου διαμαρτυρίας.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ενιαία πολιτική κατεύθυνση. Η ψήφος διαμαρτυρίας διαχέεται προς διαφορετικούς χώρους, από εθνικιστικούς ή αντισυστημικούς σχηματισμούς μέχρι νέα πολιτικά εγχειρήματα που επιχειρούν να εμφανιστούν ως εναλλακτικές επιλογές απέναντι στο παραδοσιακό κομματικό σύστημα.
Η σημασία αυτού του παράγοντα βρίσκεται στο γεγονός ότι μπορεί να αλλάξει τις ισορροπίες όχι μόνο ως προς τα ποσοστά, αλλά και ως προς τη δομή της Βουλής. Ένα ισχυρό κύμα τιμωρητικής ψήφου μπορεί να περιορίσει περαιτέρω τα μεγάλα κόμματα και να ενισχύσει μικρότερους παίκτες, καθιστώντας πιο κατακερματισμένο το πολιτικό τοπίο. Με βάση τις δημοσκοπήσεις, τα ποσοστά των φερόμενων αντισυστημικών κομμάτων όπως είναι η Άμεση Δημοκρατία, το ΑΛΜΑ και το Volt μπορεί να αγγίξουν έως και το 30%.
Η ψήφος βέβαια αυτή (ιδίως στο ΑΛΜΑ) φαίνεται ιδιαίτερα ευμετάβλητη. Η τελική απόφαση μπορεί να ληφθεί κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, με βάση την επικαιρότητα, το συναίσθημα ή την τελευταία εντύπωση από την προεκλογική εκστρατεία.
4. Η μάχη των μικρών κομμάτων
Ίσως η πιο κρίσιμη τεχνικά αλλά καθοριστική πολιτικά παράμετρος είναι η μάχη για την είσοδο στη Βουλή. Σε ένα εκλογικό σύστημα όπου μικρές μετακινήσεις ψήφων μπορούν να μεταφραστούν σε σημαντικές αλλαγές στην κατανομή των εδρών, η επιτυχία ή αποτυχία κομμάτων που κινούνται κοντά στο όριο αποκτά τεράστια σημασία. Για παράδειγμα η ΔΗΠΑ με βάση τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα δεν φαίνεται ότι μπορεί να τα καταφέρει. Παρ' όλα αυτά στη Λευκωσία έχει ποσοστό 3,8% με βάση τη δημοσκόπηση του «Πολίτη», ενώ με αναγωγή όσων θα πάνε να ψηφίσουν το ποσοστό ανεβαίνει στο 4,8%. Αν αυτό το ποσοστό μόνο στη Λευκωσία ανέβει στο 5,25% τότε βγάζει βουλευτές.
Αν περισσότερα μικρά ή νέα κόμματα εξασφαλίσουν κοινοβουλευτική παρουσία, η Βουλή θα γίνει πιο πολυκερματισμένη και οι συσχετισμοί πιο σύνθετοι. Αντίθετα, αν αρκετά μείνουν εκτός, οι ψήφοι τους θα ανακατανεμηθούν έμμεσα υπέρ των κομμάτων που περνούν το όριο.
Η συγκεκριμένη εκλογή φαίνεται να έχει αρκετούς διεκδικητές αυτής της ζώνης. Αυτό σημαίνει ότι κάθε δεκαδικό ποσοστό αποκτά δυσανάλογη σημασία. Ένα κόμμα που μένει οριακά εκτός μπορεί να επηρεάσει το τελικό μοίρασμα εδρών πολύ περισσότερο από όσο δείχνει το ποσοστό του.
Η σημασία αυτού του παράγοντα είναι διπλή. Από τη μία, θα καθορίσει πόσο αντιπροσωπευτική ή κατακερματισμένη θα είναι η επόμενη Βουλή. Από την άλλη, θα επηρεάσει τη δυνατότητα σχηματισμού συγκλίσεων και πολιτικών συνεργασιών σε κρίσιμα νομοθετικά ζητήματα.
5. Η αποχή και η πραγματική συμμετοχή
Η αποχή παραμένει ίσως η πιο απρόβλεπτη μεταβλητή. Στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις, η αποστασιοποίηση των πολιτών από την εκλογική διαδικασία αποτέλεσε σταθερό χαρακτηριστικό. Στις Βουλευτικές του 2016 η αποχή ήταν 33,26 %. Στις Βουλευτικές του 2021 η αποχή ξεπέρασε το 36%.
Το ερώτημα στις Βουλευτικές της 24ης Μαΐου είναι αν αυτή η τάση θα ενισχυθεί ή αν η έντονη πολιτική ρευστότητα θα κινητοποιήσει περισσότερους πολίτες.
Η χαμηλή συμμετοχή τείνει να ευνοεί κόμματα με ισχυρούς και πειθαρχημένους κομματικούς μηχανισμούς, καθώς οι σταθεροί ψηφοφόροι προσέρχονται ανεξαρτήτως συγκυρίας. Αντίθετα, η υψηλότερη συμμετοχή συνήθως ανοίγει τον δρόμο για εκπλήξεις, καθώς ενεργοποιούνται νεότεροι ή λιγότερο κομματικά ενταγμένοι ψηφοφόροι.
Η αποχή είναι επίσης πολιτικό μήνυμα. Αν καταγραφεί ιδιαίτερα υψηλή, θα ενισχύσει το αφήγημα περί κρίσης εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα. Αν περιοριστεί, μπορεί να υποδηλώνει ότι η συγκεκριμένη εκλογή κατάφερε να κινητοποιήσει πολίτες λόγω της αίσθησης ότι διακυβεύονται ουσιαστικές πολιτικές ισορροπίες.
Η συνολική εικόνα
Οι βουλευτικές εκλογές της 24ης Μαΐου δεν είναι μια απλή μάχη ποσοστών. Είναι μια αναμέτρηση που θα αποτυπώσει την πραγματική σχέση των πολιτών με το πολιτικό σύστημα, την αντοχή των παραδοσιακών κομμάτων, τη δυναμική νέων σχηματισμών και το βάθος της κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Η επόμενη Βουλή ενδέχεται να είναι πιο πολυδιασπασμένη, πιο απρόβλεπτη και πολιτικά πιο δύσκολη στη διαχείριση. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό διακύβευμα αυτής της κάλπης: Όχι μόνο ποιος θα κερδίσει, αλλά τι είδους πολιτικό τοπίο θα προκύψει από την ετυμηγορία των πολιτών. Η πολυδιάσπαση βέβαια δεν είναι κατά ανάγκη κάτι αρνητικό αφού θα μπορούσε να σημαίνει και πιο δημοκρατική αντιπροσώπευση όλων των τάσεων της κυπριακής κοινωνίας. Η δυσκολία μπορεί να προκύψει σε ό,τι αφορά την επικοινωνία και κατ' επέκταση τη λήψη αποφάσεων προς όφελος των πολιτών. Είναι όμως κι αυτό ένα παιχνίδι που πρέπει να μάθουμε να το παίζουμε καλύτερα.







