Γράφει: Δρ Κυριάκος Α Κενεβέζος
Σε τοποθέτησή του, ο τ/κ ηγέτης κ. Ερχιουρμάν ανέφερε ότι το περιουσιακό δεν μπορεί να επιλύεται μέσω δικαστικών αγωγών και ότι τέτοιες ενέργειες συνιστούν, κατά την άποψή του, «εργαλειοποίηση» του ζητήματος από την ελληνοκυπριακή πλευρά.
Υποστήριξε επίσης ότι το περιουσιακό πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά στο πλαίσιο μιας συνολικής λύσης του Κυπριακού.
Αυτή η τοποθέτηση, όσο κι αν επιχειρείται να παρουσιαστεί ως θεσμική ή διαπραγματευτική θέση, στην πραγματικότητα αποκαλύπτει μια βαθύτερη πολιτική αντίληψη. Ότι το δίκαιο δεν λειτουργεί αυτοτελώς, αλλά τίθεται υπό την αίρεση της πολιτικής διαδικασίας.
Διότι όταν η προσφυγή στη δικαιοσύνη για περιουσιακά δικαιώματα σε συνθήκες συνεχιζόμενης εκκρεμότητας χαρακτηρίζεται ως «εργαλειοποίηση», τότε στην πράξη αμφισβητείται η κανονικότητα του κράτους δικαίου.
Το δικαίωμα μετατρέπεται σε πολιτική επιλογή υπό κρίση, αντί σε θεμελιώδη και διαρκή θεσμική δυνατότητα προστασίας.
Η λογική αυτή οδηγεί σε ένα σαφές συμπέρασμα . Ότι το δίκαιο δεν λειτουργεί ως διαρκές πλαίσιο, αλλά ως στοιχείο που πρέπει να ανασταλεί μέχρι να υπάρξει συνολική πολιτική λύση.
Με άλλα λόγια, τοποθετείται εκ των πραγμάτων σε κατάσταση αναμονής.
Αυτό δεν είναι ουδέτερη θέση. Είναι πολιτική αντίληψη με σαφές θεσμικό αποτύπωμα.
Διότι στο Κυπριακό, το δίκαιο δεν αποτελεί παράγωγο της λύσης. Αποτελεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο μια λύση οφείλει να οικοδομηθεί. Όταν αυτή η σχέση αντιστρέφεται, τότε μεταβάλλεται η ίδια η ισορροπία του προβλήματος.
Το περιουσιακό, ειδικά, δεν είναι αφηρημένο διαπραγματευτικό ζήτημα. Είναι ζήτημα συνεχιζόμενων δικαιωμάτων και συνεπειών, όσο δεν υπάρχει οριστική διευθέτηση. Γι’ αυτό και η δικαστική οδός δεν συνιστά πολιτική πίεση, αλλά θεσμική λειτουργία αποκατάστασης.
Το πιο κρίσιμο, όμως, είναι ότι αυτή η προσέγγιση δεν εμφανίζεται μεμονωμένα. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη αντίληψη όπου η πολιτική διαδικασία επιχειρεί να υπερισχύσει της νομικής πραγματικότητας, υπό το πρόσχημα της «ολικής λύσης».
Και εδώ τίθεται το θεμελιώδες ερώτημα.
Μπορεί να υπάρξει βιώσιμη λύση όταν η άσκηση δικαιωμάτων παρουσιάζεται ως εμπόδιο αντί ως θεμέλιο κανονικότητας;
Διότι αν το δίκαιο παγώνει μέχρι τη λύση, τότε παύει να λειτουργεί ως βάση της λύσης και μετατρέπεται σε μεταβλητή που προσαρμόζεται εκ των υστέρων.
Υποσημείωση:
Και γι’ αυτόν ακριβώς, μεταξύ άλλων, τον λόγο, δεν επιτρέπεται , ούτε καν στο επίπεδο της ρητορικής ειλικρίνειας , να εκστομίζεται από την ελληνική πλευρά η παραδοχή ότι «η λύση δεν μπορεί να είναι δίκαιη».






