Υπάρχουν αριθμοί που δεν λένε μόνο πόσοι εκλέχθηκαν. Λένε και πόσο δρόμο έχει διανύσει μια κοινωνία. Οι 11 γυναίκες στη νέα Βουλή είναι ένας τέτοιος αριθμός. Αρκετά σημαντικός για να σημειωθε αλλά όχι αρκετός για να μας καθησυχάσει. Για πρώτη φορά η γυναικεία παρουσία στα κοινοβουλευτικά έδρανα ξεπερνά τις 10. Είναι ένα βήμα μπροστά. Μικρό μεν αλλά ορατό. Σε ένα πολιτικό σύστημα που για χρόνια έβλεπε τις γυναίκες να συμμετέχουν αλλά σπάνια να εκπροσωπούνται σε ανάλογο βαθμό, οι 11 έδρες έχουν τη σημασία τους. Δεν αλλάζουν όμως από μόνες τους τη μεγάλη εικόνα. Σε ένα Κοινοβούλιο 56 μελών, οι γυναίκες παραμένουν λιγότερες από το 20%. Άρα η συζήτηση δεν μπορεί να είναι ούτε πανηγυρική ούτε μηδενιστική. Χρειάζεται να σταθεί κάπου στη μέση, να αναγνωρίσει ότι κάτι αλλάζει και, την ίδια στιγμή, να θυμίσει ότι η αλλαγή αυτή δεν έχει ολοκληρωθεί.
Το στοιχείο με τις υποψηφιότητες δείχνει ακριβώς αυτή τη διπλή ανάγνωση. Στις Βουλευτικές του 2026, οι γυναίκες υποψήφιες ήταν το 29,7% του συνόλου. Δηλαδή λιγότερες από τρεις στις δέκα. Αυτό δείχνει ότι η ανισορροπία δεν αρχίζει την ημέρα της κάλπης αλλά νωρίτερα, στο ποιοι ενθαρρύνονται, στηρίζονται και θεωρούνται εκλόγιμοι.
Την ίδια ώρα, όμως, υπάρχει και η άλλη πλευρά. Από αυτές τις υποψηφιότητες προέκυψε γυναικεία εκπροσώπηση 19,6% στη Βουλή. Το ποσοστό παραμένει χαμηλό αλλά δεν είναι ασήμαντο. Δείχνει ότι οι γυναίκες που μπαίνουν στη διεκδίκηση μπορούν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών. Μιλάμε για μια μετάβαση που έχει αρχίσει αλλά δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Και αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο. Η Κύπρος του σήμερα δεν είναι η Κύπρος πριν από δέκα χρόνια. Η Αννίτα Δημητρίου βρίσκεται στην ηγεσία του ΔΗΣΥ, ενώ διετέλεσε πρόεδρος της Βουλής, θέση την οποία αναμένεται να επαναδιεκδικήσει. Υπάρχουν, επίσης, γυναίκες σε υπουργεία, υφυπουργεία και θέσεις ευθύνης. Αυτό δείχνει ότι οι διάδρομοι άρχισαν να ανοίγουν.
Το ζητούμενο δεν είναι να μιλήσουμε σαν να μην έχει γίνει τίποτα. Είναι να μην θεωρήσουμε ότι, επειδή έγιναν τα πρώτα βήματα, ο δρόμος ολοκληρώθηκε. Γιατί άλλο πράγμα να υπάρχουν γυναίκες στην πολιτική και άλλο να υπάρχει ισότιμη παρουσία των γυναικών στην πολιτική. Άλλο πράγμα να βλέπουμε ορισμένα δυνατά παραδείγματα και άλλο να έχει αλλάξει συνολικά η πολιτική κουλτούρα.
Από τη μία, κανείς δεν θέλει μια πολιτική όπου το φύλο γίνεται το μοναδικό κριτήριο. Καμία γυναίκα δεν πρέπει να προωθείται απλώς επειδή είναι γυναίκα. Από την άλλη, όμως, δεν μπορούμε να λέμε ότι το φύλο δεν έχει σημασία, όταν η εκπροσώπηση παραμένει άνιση.
Εδώ βρίσκεται και η επόμενη πρόκληση. Πώς η παρουσία των γυναικών στην πολιτική θα πάψει να αντιμετωπίζεται ως εξαίρεση, ως θετική είδηση, ως «πρώτη φορά». Πώς θα περάσουμε από τις γυναίκες που ανοίγουν δρόμο σε μια γενιά γυναικών που θα θεωρεί τον δρόμο ήδη ανοιχτό. Πώς θα πείσουμε περισσότερες νέες γυναίκες ότι η πολιτική είναι χώρος όπου μπορούν να διαμορφώσουν ατζέντα, να αποφασίσουν, να ηγηθούν.
Για να γίνει αυτό, δεν αρκεί να περιμένουμε την επόμενη εκλογική αναμέτρηση και να μετρήσουμε ξανά τα ποσοστά. Χρειάζεται τα κόμματα να επενδύουν πιο συστηματικά σε γυναίκες με πολιτική προοπτική: με ορατότητα, στήριξη, εμπιστοσύνη και χώρο. Όχι ως αναγκαίες παρουσίες στα ψηφοδέλτια αλλά ως πρόσωπα με πολιτικό βάρος, προτάσεις, δυνατότητα εκλογής και επιρροής.
Και κάτι τελευταίο. Η ισότητα στην πολιτική δεν θα έρθει μόνο όταν μετρήσουμε, κάποτε, 28 γυναίκες και 28 άντρες στη Βουλή ούτε όταν στο Υπουργικό Συμβούλιο είμαστε στο 50-50. Θα έρθει όταν αυτό δεν θα μας φαίνεται πια ούτε εντυπωσιακό ούτε απειλητικό ούτε «ειδική περίπτωση». Όταν η παρουσία των γυναικών στην πολιτική δεν θα χρειάζεται επεξηγήσεις, αστερίσκους ή πανηγυρικούς τίτλους. Όταν η αλλαγή δεν θα μετριέται ως εξαίρεση αλλά θα θεωρείται αυτονόητη.







