Η ανάδειξη του Άντι Μπέρνχαμ στην πρωθυπουργία του Ηνωμένου Βασιλείου αποτελεί μια σημαντική πολιτική εξέλιξη, όχι μόνο για τη Βρετανία αλλά και για την Κύπρο. Το Λονδίνο εξακολουθεί να είναι μία από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, διατηρεί κυρίαρχες στρατιωτικές βάσεις στο νησί και παραμένει μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Ως εκ τούτου, κάθε αλλαγή ηγεσίας στη βρετανική κυβέρνηση έχει δυνητικές επιπτώσεις και στο Κυπριακό.
Ο κ. Μπέρνχαμ ανέλαβε την εξουσία με σύνθημα την ανανέωση και την επιστροφή της πολιτικής στην καθημερινότητα των πολιτών. Ωστόσο, οι πρώτες του επιλογές δείχνουν ότι στην εξωτερική πολιτική προτιμά τη συνέχεια έναντι της ρήξης. Η τοποθέτηση του Εντ Μίλιμπαντ στο Foreign Office αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη απόφαση του νέου Πρωθυπουργού. Αν και πολλοί προεξοφλούσαν ότι ο Μίλιμπαντ θα αναλάμβανε το Υπουργείο Οικονομικών, ο κ. Μπέρνχαμ επέλεξε να του αναθέσει την εξωτερική πολιτική, αφήνοντας την οικονομία στον Τζον Χίλι.
Για την Κύπρο, η επιλογή έχει σημασία. Ο κ. Μίλιμπαντ συγκαταλέγεται στους πλέον έμπειρους πολιτικούς των Εργατικών στα διεθνή ζητήματα και γνωρίζει σε βάθος τον ρόλο του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν αναμένεται να μεταβάλει τις διαχρονικές βρετανικές θέσεις υπέρ μιας δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας στο πλαίσιο των ψηφισμάτων του ΟΗΕ. Είναι όμως πιθανό να επιδιώξει μια πιο ενεργή διπλωματική παρουσία του Λονδίνου στις προσπάθειες του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία ο Αντόνιο Γκουτέρες δείχνει αποφασισμένος να διατηρήσει ανοικτή την προοπτική επανέναρξης των διαπραγματεύσεων.
Ταυτόχρονα, ο κ. Μπέρνχαμ εμφανίζεται περισσότερο προσανατολισμένος στην ευρωπαϊκή συνεργασία σε σχέση με την προηγούμενη ηγεσία, χωρίς βεβαίως να αμφισβητεί το Brexit. Αυτή η προσέγγιση θα μπορούσε να διευκολύνει τον συντονισμό Λονδίνου και Βρυξελλών σε ζητήματα που αφορούν την Ανατολική Μεσόγειο και την Κύπρο.
Ασφαλώς, δεν πρέπει να καλλιεργούνται υπερβολικές προσδοκίες. Οι βρετανικές κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως πολιτικού χρώματος, κινούνται παραδοσιακά με γνώμονα τα στρατηγικά τους συμφέροντα, τη διατήρηση των κυρίαρχων βάσεων και τις ισορροπίες στις σχέσεις τους τόσο με την Κυπριακή Δημοκρατία όσο και με την Τουρκία. Η νέα κυβέρνηση δύσκολα θα αποκλίνει από αυτή τη γραμμή.
Ωστόσο, η παρουσία ενός Πρωθυπουργού που επιδιώκει να επαναφέρει το Ηνωμένο Βασίλειο σε πιο ενεργό διεθνή ρόλο και ενός υπουργού Εξωτερικών με σημαντική εμπειρία στη διεθνή διπλωματία, δημιουργεί μια συγκυρία που αξίζει να αξιοποιήσει η Κύπρος. Το Κυπριακό δεν θα λυθεί στο Λονδίνο, αλλά μια πιο ουσιαστική και εποικοδομητική βρετανική εμπλοκή μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία των προϋποθέσεων για την επόμενη προσπάθεια επίλυσης.






