1993, εφημερίδα «Αλήθεια». Ο πρώτος μου σταθμός στη δημοσιογραφία. Εκτός από το δημοσιογραφικό μαγνητοφωνάκι με τη μίνι κασέτα, βασικό εργαλείο της δουλειάς ήταν το στυλό και τα λεγόμενα χειρόγραφα. Κόλες Α4 από χαρτί εφημερίδας, πιο οικονομικό απ’ αυτό της φωτοτυπικής, όπου αραδιάζαμε σημειώσεις, σκέψεις και ρεπορτάζ. Γράφαμε στο χέρι, διορθώναμε με μουντζούρες, βάζαμε βελάκια και αστεράκια, και αν είχαμε χρόνο, τα καθαρογράφαμε για να τα πάρει η φωτοσύνθεση, η οποία αφού αποκρυπτογραφούσε τον γραφικό μας χαρακτήρα, τα αντέγραφε στους υπολογιστές για να τα δει η διόρθωση και να μπουν στις σελίδες.
Τα χέρια μας ήταν μονίμως γεμάτα μελάνια, ενώ στο δάκτυλο που πιέζαμε το στυλό υπήρχε πάντα ένα εξόγκωμα, παράσημο του επαγγέλματος. Κομπιούτερ – απ’ εκείνα με την παχιά οθόνη και το αργό λογισμικό – δεν είχαμε. Ή τουλάχιστον όχι όλοι. Τα κείμενα των πρακτορείων έφταναν με τηλέγραφο, κι όταν ήθελες να τα επεξεργαστείς, έπαιρνες ψαλίδι, έκοβες τις παραγράφους, τις κολλούσες στο χειρόγραφο με δικά σου κείμενα-γέφυρα, έβαζες τίτλο και τα παρέδιδες στη φωτοσύνθεση. Η γενιά μας, εγώ, η Βασιλική, ο Γιώργος, ο Βάσιλας, όπως και η προηγούμενη, η Χρυστάλλα, η Κίκα, η Ρένα, έμαθε πρώτα το «cut paste» και μετά το «copy paste».
Μετά ήρθε το ίντερνετ. Γύρω στο 1999 προσπαθούσαμε με τη Μαρία, τον Κωστή, την Ηγησώ, στον «Πολίτη», να στήσουμε το πρώτο τηλεοπτικό περιοδικό. Και κάπου εκεί γνωριστήκαμε με ένα καινούργιο πράγμα που λεγόταν Google. Ψάχναμε φωτογραφίες για τις ταινίες και τηλεοπτικές παραγωγές του περιοδικού. Σήμερα γράφεις το όνομα μιας ταινίας και σε δευτερόλεπτα έχεις αμέτρητες εικόνες. Τότε μπορούσες να ψάχνεις για ώρες. Και όταν έβρισκες την τέλεια φωτογραφία, ζητούμενο ήταν να είναι high resolution. Η υψηλή ανάλυση ήταν πολυτέλεια.
Στο μεταξύ, τα πρακτορεία είχαν αρχίσει να φτάνουν μέσω του intranet και η ζωή μας έγινε ευκολότερη. Τα κείμενα των πρακτορείων μπορούσαν να διορθωθούν στην οθόνη. Οι παράγραφοι μετακινούνταν χωρίς ψαλίδι και, κυρίως, χωρίς κόλα. Επανάσταση. Και μετά από κάποια φάση άρχισαν όλα να τρέχουν... Ήρθαν οι ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές και εξαφανίστηκαν τα φιλμ. Οι νεότεροι ίσως να μην αντιλαμβάνονται την αγωνία τού να έχεις τραβήξει μια σημαντική φωτογραφία και να μην ξέρεις αν πράγματι… την έχεις. Έπρεπε να εμφανιστεί το φιλμ για να μάθεις. Μετά ήρθαν τα κινητά και μετά τα smart phones που κατάπιαν σχεδόν ολόκληρο το δημοσιογραφικό γραφείο.
Με την ανάπτυξη του Google, η δουλειά μας έγινε ευκολότερη. Ονόματα, ημερομηνίες, παλιές δηλώσεις, ηλεκτρονικά λεξικά, αρχεία. Ένα μέγα – εργαλείο στα χέρια μας, προέκταση της μνήμης μας, και δωρεάν. Χλιδή.
Μετά ήρθαν τα blogs, οι ειδησεογραφικές πλατφόρμες και τα social media. Η φωτοσύνθεση καταργήθηκε εδώ και δυο δεκαετίες, η σελίδωση περιορίστηκε, αλλά νέες ειδικότητες αποτελούν αδήριτη ανάγκη για ένα Μέσο που σέβεται τον εαυτό του. Μεταξύ αυτών οι δημιουργοί περιεχομένου για κοινωνικά δίκτυα.
Και πάνω που πιστέψαμε ότι τα είχαμε δει όλα, ήρθε η τεχνητή νοημοσύνη. Που μπορεί σε δευτερόλεπτα να βρει πληροφορίες που κάποτε χρειαζόμασταν ώρες να εντοπίσουμε. Μπορεί να μεταφράσει, να απομαγνητοφωνήσει, να ψάξει, να συγκρίνει, να βοηθήσει τον δημοσιογράφο, να κάνει γρήγορα πράγματα που κάποτε έτρωγαν τη μισή μέρα.
Είναι προφανές ότι στους νέους συναδέλφους όλα αυτά ακούγονται προϊστορικά. Δεν είναι. Ή τουλάχιστον αρνούμαι να δεχτώ ότι είναι, διότι τότε θα πρέπει να συζητήσουμε την ηλικία μου και δεν είμαι έτοιμη γι’ αυτό. Αλλά, αν το καλοσκεφτείς είναι σαν να πέρασε ένας αιώνας από πάνω μας. Τα εργαλεία, η ταχύτητα, ο τρόπος που γίνεται η δουλειά, η κριτική μέσα από τα social media. Κι όλα αυτά θα συνεχίσουν να αλλάζουν και ούτε μπορώ να φανταστώ το πώς. Το μόνο που δεν πρόκειται να αλλάξει για τους δημοσιογράφους είναι η ευθύνη τους απέναντι στην κοινωνία. Να μεταδίδουν την αλήθεια, να φωτίζουν γεγονότα που κάποιοι δεν επιθυμούν να φανερωθούν, να μεταφέρουν νέες ιδέες και, όσο ρομαντικό κι αν ακούγετα,ι να προσπαθούν με κάθε ρεπορτάζ να βάζουν ένα μικρό λιθαράκι για να γίνει ο κόσμος μας λίγο καλύτερος.






