Η αλλαγή του χρόνου συνοδεύεται σχεδόν πάντα από απολογισμούς.
Τι κερδίσαμε, τι χάσαμε, τι πετύχαμε, τι μας ξέφυγε, τι θα θέλαμε να ξεχάσουμε και τι να θυμόμαστε για μια ζωή. Λίστες, αριθμοί, στιγμές, στόχοι για τη νέα χρονιά, όλα όσα χωρούν σε λίγες γραμμές και δίνουν την ψευδαίσθηση ότι ο χρόνος μπορεί να τακτοποιηθεί.
Κι όμως, οι περισσότερες χρονιές δεν συνοψίζονται έτσι. Γιατί τα πιο σημαντικά, τα πιο βαριά τους κομμάτια δεν γράφονται. Απλώς τα κουβαλάμε μαζί μας, συχνά χωρίς να το συνειδητοποιούμε.
Υπάρχουν πράγματα που δεν μπήκαν ποτέ σε καμία καταγραφή.
Οι μέρες που σηκωθήκαμε χωρίς να έχουμε πολλή δύναμη αλλά το κάναμε.
Οι συνομιλίες που αναβλήθηκαν επ’ αόριστον, όχι από αδιαφορία αλλά από φόβο μήπως ειπωθούν λάθος. Οι στιγμές που καταλάβαμε ότι κάτι αλλάζει αλλά δεν είχαμε ακόμη λέξεις για αυτό.
Οι αποφάσεις που δεν πάρθηκαν ποτέ επίσημα αλλά εφαρμόστηκαν σιωπηλά στην καθημερινότητα, μέσα από μικρές κινήσεις και αδιόρατες αποστάσεις.
Υπάρχουν και οι σιωπές. Εκείνες που επιλέχθηκαν για να μην επιβαρύνουν τους άλλους. Γιατί κάποιος έπρεπε να αντέξει λίγο ακόμη, να κρατήσει ισορροπίες, να συνεχίσει κανονικά. Σιωπές που δεν ζητούν αναγνώριση αλλά κουράζουν περισσότερο από όσο φαίνεται. Σιωπές που έγιναν συνήθεια, σχεδόν τρόπος επιβίωσης, χωρίς ποτέ να ονομαστούν ως τέτοιες.
Κι όμως, μέσα σε όλα αυτά, υπήρξαν και οι άλλες στιγμές. Οι μικρές και απλές. Εκείνες που δεν έμοιαζαν σημαντικές τη στιγμή που συνέβαιναν αλλά κράτησαν τη χρονιά όρθια. Ένας καφές που δεν είχε σκοπό. Μια διαδρομή που έγινε παρέα. Ένα μήνυμα αργά το βράδυ, όχι για κάτι συγκεκριμένο αλλά απλώς για να ειπωθεί το «είμαι εδώ». Γέλια κουρασμένα στο τέλος μιας δύσκολης μέρας. Σιωπές, αυτή τη φορά όχι από βάρος αλλά από οικειότητα.
Οι άνθρωποί μας δεν έλυσαν τα προβλήματα. Δεν άλλαξαν τις συνθήκες. Ήταν όμως παρόντες. Και συχνά αυτό ήταν αρκετό. Για να μαλακώσει μια δύσκολη μέρα. Για να μικρύνει μια ανησυχία. Για να θυμηθούμε ότι η καθημερινότητα δεν είναι μόνο αυτό που αντέχεται αλλά και αυτό που μοιράζεται.
Η αντοχή, άλλωστε, δεν ήταν πάντα επιλογή. Ήταν συχνά ανάγκη. Δεν συνοδευόταν από γενναίες αποφάσεις ή μεγάλες δηλώσεις. Ήταν πρακτική, καθημερινή, σχεδόν αθόρυβη. Να κάνεις αυτό που πρέπει, γιατί δεν υπήρχε χώρος για κάτι άλλο. Να προχωράς χωρίς βεβαιότητες, με μια αίσθηση ότι απλώς προσπαθείς να μην χαθείς. Και κάπου ανάμεσα, να κρατιέσαι από ανθρώπους, ακόμη κι όταν δεν ήξερες τι ακριβώς να πεις.
Κι όμως, αυτά είναι που συνθέτουν μια χρονιά. Όχι οι κορυφές αλλά οι ενδιάμεσες στιγμές. Όχι τα γεγονότα αλλά ο τρόπος που τα διαχειριστήκαμε. Οι μικρές προσαρμογές, οι υποχωρήσεις, τα όρια που μπήκαν αργά και συχνά εσωτερικά. Μαζί με τις απλές, καθημερινές στιγμές που έκαναν τα δύσκολα λίγο πιο υποφερτά. Εκεί χτίζεται η εμπειρία, ακόμη κι αν δεν φαίνεται. Εκεί διαμορφώνεται ο τρόπος που στεκόμαστε απέναντι στους άλλους και απέναντι στον εαυτό μας.
Η αλλαγή του χρόνου δεν σβήνει τίποτα από αυτά. Δεν τα διορθώνει, δεν τα ακυρώνει, δεν τα εξαγνίζει. Προσφέρει, όμως, κάτι πιο ήσυχο. Μια μικρή παύση. Έναν χώρο να σταθούμε χωρίς να εξηγήσουμε. Να συνεχίσουμε χωρίς να απολογηθούμε για όσα δεν προλάβαμε ή δεν αντέξαμε περισσότερο. Να παραδεχτούμε ότι δεν χρειάζεται κάθε εμπειρία να καταλήγει σε συμπέρασμα.
Ίσως αυτό να είναι αρκετό για αρχή. Όχι μεγάλες υποσχέσεις, ούτε φιλόδοξα σχέδια. Αλλά μια ήρεμη παραδοχή ότι πολλά από όσα μας διαμόρφωσαν δεν ειπώθηκαν ποτέ. Και ότι, ανάμεσα σε όλα, υπήρξαν άνθρωποι που έκαναν τη διαδρομή πιο ανθρώπινη.
Καθώς ο χρόνος αλλάζει, ίσως αξίζει να κρατήσουμε αυτό. Να μην βιαστούμε να ξεχάσουμε όσα μας κράτησαν όρθιους. Και να μην θεωρήσουμε δεδομένες τις απλές στιγμές που μας κράτησαν μαζί. Εκείνες που δεν γράφονται στους απολογισμούς αλλά είναι τελικά αυτές που μένουν.






