Μετά το πλήγμα με drone στις 2 Μαρτίου στο Ακρωτήρι και την ατμόσφαιρα πολέμου που δημιουργήθηκε σε όλη την Κύπρο, η Κυπριακή Δημοκρατία διά του Προέδρου έθεσε θέμα προς τις βρετανικές Αρχές για τον τρόπο λειτουργίας και το καθεστώς που διέπει τις στρατιωτικές βάσεις. Ο Νίκος Χριστοδουλίδης διεμήνυσε ότι το ζήτημα θα τεθεί επί τάπητος για συζήτηση με το ΗΒ μετά το τέλος των εχθροπραξιών. Είναι ερωτηματικό ποιοι είναι οι στόχοι και πού το πάει ο Πρόεδρος ο οποίος, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση, εγείρει αυτό το τεράστιο και σύνθετο γεωπολιτικό ζήτημα. Πρόκειται για σχεδιασμένη και προγραμματισμένη πολιτική κίνηση που στηρίζεται σε ρεαλιστικά δεδομένα ή ήταν μια περιστασιακή φυσαλίδα η οποία θα διαλυθεί και θα ξεχαστεί και απλά στοχεύει το εσωτερικό για λαϊκή κατανάλωση; Ήταν μια στρατηγική ενέργεια μελετημένη και προετοιμασμένη ή ήταν μια κίνηση της στιγμής για εξυπηρέτηση άλλων σκοπιμοτήτων που αυτές τις μέρες βρίσκει απήχηση στο συναίσθημα των Κυπρίων;
Θεωρώντας ότι μιλάμε για μια σοβαρή προσπάθεια αλλαγής του καθεστώτος των Βάσεων, οφείλουμε να έχουμε υπόψη τα δισεπίλυτα και πολύπλοκα νομικά και πολιτικά προβλήματα που θα αντιμετωπίσουμε. Σύμφωνα με τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου του 1960, από τις οποίες δημιουργήθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία, οι Βάσεις Ακρωτηρίου και Δεκέλειας, που έχουν συνολική έκταση 99 τετραγωνικών μιλίων, είναι«κυρίαρχες», αποτελούν δηλαδή έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου και το καθεστώς τους επιβεβαιώθηκε με την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ. Η διεθνής αυτή Συνθήκη είναι πολυμερής με μέρη το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ελλάδα, την Τουρκία και την Κυπριακή Δημοκρατία. Το γενικό Δίκαιο των Συνθηκών λέει ότι μία συνθήκη αλλάζει, τροποποιείται ή καταργείται μετά από συμφωνία των μερών. Αυτό σημαίνει ότι, για να αλλάξει η βρετανική κυριαρχία, ή οτιδήποτε άλλο, απαιτείται η συναίνεση όλων των μερών της Συνθήκης, δηλαδή και της Τουρκίας. Και αν ακόμη παρακάμψουμε τους Τ/Κ δύσκολα μπορούμε να το κάνουμε με την Τουρκία γιατί είναι συμβαλλόμενο μέρος της Συνθήκης. Οι Βάσεις είναι αποτέλεσμα διεθνούς συμφωνίας και δεν αλλάζουν με μια διακήρυξη ή μια δήλωση. Παρ' όλα αυτά οι νομικές δυσκολίες δεν πρέπει να μας αποτρέπουν από τη διεκδίκηση δίκαιων αιτημάτων και να αλλάξουμε αναχρονιστικούς όρους που πλέον σήμερα δεν έχουν εφαρμογή. Αυτό αφορά κατά κύριο λόγο θέματα ασφάλειας και πληροφόρησης της ΚΔ. Υπό αυτή την έννοια πρέπει να στηριχθεί η κυβέρνηση να ζητήσει τη βελτίωση ή και πλήρη κατάργηση δυσμενών όρων που μας επιβλήθηκαν.
Η θέση του ΠτΔ ότι οι Τ/Κ μπορούν να έχουν λόγο μόνο εάν επιστρέψουν στην Κυπριακή Δημοκρατία της Ζυρίχης και η Τουρκία αφού αναγνωρίσει την ΚΔ είναι περίεργη και τουλάχιστον μη ρεαλιστική. Επειδή ως έμπειρος διπλωμάτης γνωρίζει καλύτερα από τον καθέναν πότε αλλάζει μια διεθνής συνθήκη, οι τοποθετήσεις του δεν φανερώνουν φιλική διάθεση απέναντι στην Τουρκία και τους Τ/Κ ή πρόθεση συνδιαλλαγής αλλά καταδεικνύουν ότι είναι διατεθειμένος να διαιωνίσει την παρούσα στασιμότητα χωρίς επίλυση του εθνικού μας προβλήματος.
Υπάρχει όμως πάντοτε και η άποψη ότι όπως όλες οι ενέργειες του Προέδρου έτσι και η απόφαση να φέρει το θέμα των Βάσεων στο προσκήνιο δεν είναι τίποτε άλλο παρά εκλογικές και ψηφοθηρικές βλέψεις. Σε λιγότερο από δύο μήνες έχουμε βουλευτικές εκλογές με την άνοδο των απορριπτικών και εθνικιστικών δυνάμεων που στηρίζουν τον Πρόεδρο. Με το κάλεσμα προς τους Τ/Κ να επανέλθουν στο Σύνταγμα του ’60 ικανοποιεί εκείνο το ακροατήριο που έχει ως παντιέρα το ενιαίο κράτος και που περιλαμβάνει τους δυνητικούς ψηφοφόρους του Προέδρου. Πέραν τούτου μια θέση που θέτει θέμα ξένων στρατιωτικών βάσεων είναι, όπως και να το κάνουμε, πατριωτική και σίγουρα δεν απωθεί ψήφους.
Το θέμα της απομάκρυνσης των Βάσεων όπως και πολλά άλλα προβλήματα που συνεχώς θα αντιμετωπίζουμε (αφθώδης πυρετός, μεταναστευτικό, περιβάλλον, υγεία) θα ξεπεραστούν μέσα στα πλαίσια μιας συνολικής λύσης του Κυπριακού γιατί είναι αλληλένδετα με τα αντίστοιχα στην άλλη πλευρά. Αλλά τόσο ο Πρόεδρος όσο και οι υποστηρικτές του έχουν καταδικάσει το νησί μας στο τέλμα και στη διχοτόμηση.







