Η Βρετανία είναι μία από τις μεγαλύτερες μουσικές δυνάμεις του πλανήτη. Η χώρα των Beatles, και των Queen, του David Bowie, των Blur και Oasis και της Adele καταφέρνει κάθε χρόνο να κυριαρχεί στα παγκόσμια charts.
Και όμως, όταν έρχεται η ώρα της Eurovision το αποτέλεσμα μοιάζει σχεδόν πάντα το ίδιο: απογοήτευση, αμηχανία και μια ακόμη θέση στον πάτο της βαθμολογίας.
Το 2026 δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Ο Sam Battle, γνωστός στο κοινό ως «Look Mum No Computer», κατέληξε τελευταίος με μόλις έναν βαθμό, σε ακόμη μία βρετανική κατάρρευση στον διαγωνισμό.
Είναι η τρίτη φορά από το 2020 που το Ηνωμένο Βασίλειο τερματίζει τελευταίο, ενώ από το 2010 έχει βρεθεί στην πρώτη δεκάδα μόλις μία φορά. Και φέτος, όπως και το 2024, μάλιστα από το κοινό παίρνει το απόλυτο μηδέν.
Το BBC επιχειρεί τώρα να απαντήσει στο ερώτημα που επανέρχεται κάθε χρόνο σχεδόν βασανιστικά: γιατί η Βρετανία αποτυγχάνει τόσο συστηματικά στη Eurovision; Και όχι δεν δέχεται την απλοϊκή απάντηση: «Δεν μας χωνεύουν οι άλλοι Ευρωπαίοι μετά το Brexit».
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το τραγούδι
Το φετινό τραγούδι, το «Eins, Zwei, Drei», ήταν ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση του βρετανικού διλήμματος. Από τη μία, το BBC κατηγορείται εδώ και χρόνια ότι στέλνει «ασφαλείς», άχρωμες ποπ συμμετοχές. Από την άλλη, όταν αποφασίζει να ρισκάρει, συχνά καταλήγει στο άλλο άκρο.
Ο Sam Battle εμφανίστηκε στη σκηνή με έντονο synth-pop ήχο, εκκεντρική σκηνική παρουσία και στίχους που μιλούσαν για έναν εργαζόμενο γραφείου που τα παρατά για να πάει στη Γερμανία και να… μετρά μέχρι το τρία.
Για κάποιους ήταν αυθεντικά βρετανικό. Για πολλούς Ευρωπαίους τηλεθεατές, όμως, ήταν απλώς χαοτικό.
Οι επιτροπές έδωσαν μόλις έναν βαθμό. Το κοινό μηδέν.
Ακόμη και οι ίδιοι οι Βρετανοί σχολιαστές παραδέχθηκαν ότι επρόκειτο για ένα «τεράστιο ρίσκο». Το πρόβλημα είναι πως η Eurovision σπάνια συγχωρεί τα μισοτελειωμένα στοιχήματα.

Η Eurovision θεωρείται «τοξικό δώρο» στη Βρετανία
Πίσω από τις συνεχείς αποτυχίες κρύβεται και ένα βαθύτερο πρόβλημα: στη βρετανική μουσική βιομηχανία, η Eurovision εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται με συγκατάβαση.
Για πολλούς καταξιωμένους καλλιτέχνες, η εκπροσώπηση της χώρας θεωρείται σχεδόν επαγγελματική παγίδα. Ο Will Young είχε χαρακτηρίσει παλαιότερα τη συμμετοχή στη Eurovision «δηλητηριασμένο δισκοπότηρο», ενώ ακόμη και όταν μεγάλα ονόματα αποφασίζουν να πάρουν μέρος, συχνά βγαίνουν τραυματισμένα.
Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση του Olly Alexander το 2024. Παρά τη δημοφιλία του, κατέληξε μόλις 18ος, λαμβάνοντας μηδέν βαθμούς από το televoting. Αργότερα περιέγραψε την εμπειρία ως «σκληρή» και συμβούλευσε τους επόμενους διαγωνιζόμενους να έχουν… καλό ψυχοθεραπευτή.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το BBC να στρέφεται ολοένα και περισσότερο σε ανεξάρτητους ή λιγότερο γνωστούς καλλιτέχνες, χωρίς ισχυρή δισκογραφική υποστήριξη και χωρίς το εκτόπισμα που απαιτεί ένας διαγωνισμός τέτοιου μεγέθους.
Η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα: Sam Ryder
Η μοναδική πραγματική βρετανική επιτυχία των τελευταίων ετών ήρθε το 2022 με τον Sam Ryder και το «Space Man». Το Ηνωμένο Βασίλειο τερμάτισε δεύτερο, χάνοντας την πρωτιά από την Ουκρανία.
Το μυστικό, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, ήταν σχεδόν… απλοϊκό: ένα δυνατό τραγούδι, ένας εξαιρετικός performer και μια συμμετοχή που έμοιαζε να πιστεύει πραγματικά στον εαυτό της.
Από τότε όμως, η Βρετανία δεν κατάφερε να χτίσει πάνω σε εκείνη την επιτυχία. Αντί να μετατρέψει το αποτέλεσμα του Ryder σε αφετηρία επαναπροσδιορισμού, επέστρεψε στην αβεβαιότητα και στις αντιφατικές επιλογές.
Το παράδειγμα της Φινλανδίας
Ενδιαφέρον έχει ότι αρκετοί μέσα στη Eurovision συγκρίνουν πλέον τη Βρετανία με τη Φινλανδία – μόνο που οι Φινλανδοί κατάφεραν τελικά να αλλάξουν την πορεία τους.
Μετά τη νίκη των Lordi το 2006, η Φινλανδία βυθίστηκε για χρόνια σε αποτυχίες και αποκλεισμούς. Όμως τα τελευταία χρόνια επανήλθε δυναμικά, με συμμετοχές όπως το «Cha Cha Cha» του Käärijä και την εκκεντρική pop αισθητική της Erika Vikman.
Το μυστικό τους; Σταμάτησαν να ντρέπονται για τη διαφορετικότητά τους.
Οι ίδιοι οι Φινλανδοί παραγωγοί λένε πως η χώρα άρχισε να πετυχαίνει όταν αποφάσισε να «αγκαλιάσει τη weird πλευρά της» χωρίς ειρωνεία και χωρίς μισόλογα.

Η Βρετανία δεν έχει αποφασίσει τι θέλει να είναι
Και ίσως εκεί βρίσκεται η ουσία του προβλήματος.
Η Βρετανία μοιάζει να πηγαίνει κάθε χρόνο στη Eurovision χωρίς να έχει αποφασίσει αν θεωρεί τον διαγωνισμό σοβαρό μουσικό γεγονός ή camp τηλεοπτικό θέαμα. Άλλοτε στέλνει υπερβολικά ασφαλείς pop συμμετοχές και άλλοτε novelty acts που μοιάζουν σχεδόν αυτοσαρκαστικά.
Το αποτέλεσμα είναι ότι σπάνια πετυχαίνει την ισορροπία που απαιτεί η σύγχρονη Eurovision: αυθεντικότητα χωρίς γελοιότητα, ιδιαιτερότητα χωρίς χάος και performance χωρίς αίσθηση παρωδίας.
Και αυτό είναι ίσως το πιο οδυνηρό για τη βρετανική πλευρά: μια χώρα που διαμόρφωσε τη σύγχρονη pop κουλτούρα δείχνει εδώ και χρόνια ανήμπορη να καταλάβει τον μεγαλύτερο pop διαγωνισμό του πλανήτη.
Πηγή: naftemporiki.gr







