Δεν αρκεί ο πολίτης να μπορεί να αναγνωρίζει τι πρέπει να τρώει. Πρέπει να μπορεί και να το αγοράζει. Αυτό είναι το καθαρό μήνυμα που προκύπτει από τη διαβούλευση για τη νέα ευρωπαϊκή στρατηγική έρευνας και καινοτομίας για τα τρόφιμα, Food 2040, η οποία επιχειρεί να συνδέσει πιο στενά τη διατροφή με τη δημόσια υγεία, το κόστος ζωής και τον τρόπο λειτουργίας της αγοράς. Η έκθεση, που ετοιμάστηκε για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, συγκεντρώνει απαντήσεις και γραπτές παρεμβάσεις από ερευνητικά ιδρύματα, πανεπιστήμια, αγρότες, επιχειρήσεις, κυβερνητικούς φορείς, οργανώσεις και πολίτες. Η κατεύθυνση που χαράσσεται είναι σαφής, η υγεία δεν αρχίζει στο ιατρείο, αλλά πολύ νωρίτερα, στο χωράφι, στο εργοστάσιο, στο σουπερμάρκετ και στην τιμή που βλέπει ο πολίτης στο ράφι. Η ενημέρωση παραμένει αναγκαία. Χωρίς όμως πρόσβαση και οικονομική δυνατότητα, η «υγιεινή επιλογή» κινδυνεύει να παραμένει προνόμιο.
Η υγεία στην κορυφή
Η βελτίωση της ανθρώπινης υγείας μέσω υγιεινότερων διατροφικών συνηθειών κατατάσσεται δεύτερη μεταξύ των προτεραιοτήτων, με ποσοστό 44,7%, ελάχιστα πίσω από τη μείωση του περιβαλλοντικού και κλιματικού αποτυπώματος της αλυσίδας τροφίμων, που συγκεντρώνει 46,4%. Ακολουθούν η ανθεκτικότητα, η ετοιμότητα απέναντι σε κρίσεις και η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, με 44,1%. Ιδιαίτερη σημασία έχει και ένα δεύτερο εύρημα. Το 29,6% των συμμετεχόντων ζητεί αλλαγή συμπεριφοράς και ενδυνάμωση των πολιτών, με την προϋπόθεση όμως ότι η υγιεινή και βιώσιμη διατροφή θα είναι προσβάσιμη και οικονομικά προσιτή. Η διατύπωση αυτή μετακινεί τη συζήτηση από την ατομική ευθύνη στις πραγματικές δυνατότητες που έχει ο καταναλωτής.
Η γνώση δεν φτάνει
Οι πολίτες μπορεί να γνωρίζουν ότι πρέπει να καταναλώνουν περισσότερα φρούτα, λαχανικά και όσπρια και λιγότερα τρόφιμα με υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη, αλάτι και κορεσμένα λιπαρά. Η γνώση, όμως, δεν αρκεί όταν οι επιλογές αυτές επιβαρύνουν περισσότερο τον οικογενειακό προϋπολογισμό, δεν είναι εξίσου διαθέσιμες ή απαιτούν χρόνο που πολλοί εργαζόμενοι δεν διαθέτουν.
Η ευρωπαϊκή συζήτηση αναγνωρίζει πλέον ότι οι διατροφικές συνήθειες δεν διαμορφώνονται μόνο στο σπίτι. Επηρεάζονται από τις τιμές, την παραγωγή, τη μεταποίηση, τη διαφήμιση, τη διαθεσιμότητα των προϊόντων και τις αλυσίδες εφοδιασμού. Η πρόληψη της παχυσαρκίας, του διαβήτη και των καρδιαγγειακών νοσημάτων δεν μπορεί, επομένως, να στηρίζεται μόνο σε συστάσεις για «σωστές επιλογές».
Νέα τρόφιμα και υποδομές
Στις προτεραιότητες εντάσσονται επίσης η διαφοροποίηση των πηγών πρωτεΐνης, η ανάπτυξη φυτικών εναλλακτικών, η ενίσχυση της υδατοκαλλιέργειας, η μείωση της σπατάλης και η αξιοποίηση αποβλήτων μέσα από την κυκλική οικονομία. Δεν πρόκειται μόνο για περιβαλλοντικούς στόχους. Οι αλλαγές αυτές θα καθορίσουν ποια προϊόντα θα βρίσκονται στο ράφι, σε ποια τιμή και με ποια διατροφική αξία. Παράλληλα, οι συμμετέχοντες ζητούν να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στην έρευνα και την αγορά. Η έκθεση επισημαίνει ότι πολλές υποσχόμενες λύσεις δεν φτάνουν ποτέ στην παραγωγή και προτείνει επενδύσεις σε πιλοτικές μονάδες, υποδομές μεταποίησης, κοινές εγκαταστάσεις και χρηματοδότηση για την εμπορική αξιοποίησή τους.
Το κυπριακό βάρος
Το μήνυμα αφορά άμεσα και την Κύπρο, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η ακρίβεια περιορίζει τις επιλογές πολλών νοικοκυριών. Το ερώτημα δεν είναι απλώς κατά πόσον ο πολίτης γνωρίζει τι είναι υγιεινό, αλλά κατά πόσο μπορεί να το εντάξει σταθερά στην καθημερινή του διατροφή. Η Κύπρος συγκαταλέγεται στις ευρωπαϊκές χώρες που αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα παιδικής και όχι μόνο παχυσαρκίας, ενώ τα χρόνια νοσήματα, όπως ο διαβήτης και τα καρδιαγγειακά, εξακολουθούν να αποτελούν βασικές αιτίες νοσηρότητας και θνησιμότητας. Η ευρωπαϊκή διαβούλευση δείχνει ότι η απάντηση δεν αναζητείται πλέον μόνο στις εκστρατείες ενημέρωσης ή στις υπηρεσίες υγείας, αλλά και στις πολιτικές που καθορίζουν ποια τρόφιμα παράγονται, πόσο κοστίζουν και πόσο εύκολα φτάνουν στο τραπέζι του πολίτη.
Για ένα νησιωτικό κράτος που εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από εισαγωγές, η πρόσβαση σε ποιοτικά τρόφιμα συνδέεται και με την ανθεκτικότητα των αλυσίδων εφοδιασμού, την τοπική παραγωγή και τη δυνατότητα διατήρησης προσιτών τιμών σε περιόδους κρίσεων. Γι' αυτό η έκθεση δίνει βάρος στις μικρότερες και αποκεντρωμένες αλυσίδες, στην ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και στη μείωση κρίσιμων εξαρτήσεων.






