Από ένα κατακερματισμένο σύστημα επιδομάτων σε ένα ενιαίο πλαίσιο στήριξης επιχειρεί να περάσει η Πολιτεία για τα άτομα με αναπηρίες, μετά την ψήφιση της νέας νομοθεσίας από τη Βουλή. Στην πράξη, ο νέος νόμος φιλοδοξεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο παρέχεται η στήριξη, μετατοπίζοντας το βάρος από τα αυστηρά εισοδηματικά κριτήρια σε ένα σύστημα που συνδέεται περισσότερο με τις πραγματικές ανάγκες και την καθημερινότητα των δικαιούχων.
Η πιο ουσιαστική αλλαγή αφορά την αποσύνδεση των αναπηρικών παροχών από το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα. Μέχρι σήμερα, άτομα με αναπηρίες μπορούσαν να χάσουν τη στήριξη ακόμη και για μικρές αυξήσεις στα εισοδήματά τους, γεγονός που περιόριζε σημαντικά την πρόσβασή τους σε επιδόματα. Με το νέο πλαίσιο, η στήριξη παύει να εξαρτάται αποκλειστικά από οικονομικά κριτήρια, ανοίγοντας τον δρόμο για ένταξη περισσότερων δικαιούχων στα κρατικά σχέδια. Παράλληλα, προβλέπεται η δυνατότητα επανένταξης ατόμων που στο παρελθόν έχασαν παροχές λόγω εισοδηματικών περιορισμών. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η αναπηρία αντιμετωπίζεται πλέον ως αυτοτελές κριτήριο στήριξης και όχι ως παράρτημα της γενικότερης κοινωνικής πολιτικής, περιορίζοντας στρεβλώσεις που απέκλειαν δικαιούχους.
Έμφαση στις υπηρεσίες
Πέρα από τα οικονομικά βοηθήματα, ο νόμος εισάγει ένα ευρύτερο σύστημα υπηρεσιών ανεξάρτητης διαβίωσης. Η λογική μετατοπίζεται από την απλή καταβολή επιδομάτων στην παροχή πρακτικής στήριξης που διευκολύνει την καθημερινότητα των ατόμων με αναπηρίες. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται νέες υπηρεσίες, όπως ο προσωπικός βοηθός, η υποστήριξη στην εργασία, η συμβουλευτική για λήψη αποφάσεων, αλλά και εξειδικευμένες μορφές καθοδήγησης για ένταξη στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή. Προβλέπεται επίσης η επιχορήγηση για αγορά τεχνολογικών βοηθημάτων που ενισχύουν την αυτονομία των δικαιούχων.
Το νέο σύστημα επιχειρεί να αντικαταστήσει το υφιστάμενο πλέγμα επιδομάτων, το οποίο μέχρι σήμερα λειτουργούσε αποσπασματικά. Στο πλαίσιο αυτό καταργούνται επιμέρους νομοθεσίες, όπως αυτές που αφορούν επιδόματα διακίνησης ή ειδικές χορηγίες, και οι σχετικές παροχές ενσωματώνονται στο νέο ενιαίο σχήμα. Για όσους ήδη λαμβάνουν παροχές, διευκρινίζεται ότι τα δικαιώματα δεν επηρεάζονται. Οι υφιστάμενοι δικαιούχοι συνεχίζουν να λαμβάνουν τη στήριξη που έχουν, ενώ οι εκκρεμείς αιτήσεις θα εξεταστούν με βάση το νέο πλαίσιο. Παράλληλα, περιορίζεται η πολυπλοκότητα του συστήματος, καθώς οι δικαιούχοι δεν θα χρειάζεται να απευθύνονται σε πολλαπλά σχέδια και διαδικασίες για να εξασφαλίσουν στήριξη.
Σταδιακή εφαρμογή
Κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου, η Βουλή προχώρησε σε συγκεκριμένες τροποποιήσεις. Μεταξύ άλλων, καθορίστηκε ότι οι παροχές θα αρχίζουν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και όχι από την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Η αλλαγή αυτή επιχειρεί να περιορίσει τις καθυστερήσεις που παρατηρούνταν στη διαδικασία αξιολόγησης, οι οποίες σε αρκετές περιπτώσεις άφηναν δικαιούχους χωρίς στήριξη για μεγάλο χρονικό διάστημα. Παράλληλα, εισήχθη πρόνοια ώστε το Υπουργικό Συμβούλιο να μπορεί να αποφασίζει μόνο για αυξήσεις επιδομάτων και όχι για μειώσεις, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Βουλής. Η συγκεκριμένη ρύθμιση λειτουργεί σαν δικλίδα προστασίας των παροχών, ενισχύοντας τον κοινοβουλευτικό έλεγχο σε ενδεχόμενες μελλοντικές αλλαγές. Επιπλέον, διαγράφηκαν περιορισμοί, όπως η απαίτηση κατοχής άδειας οδήγησης για συγκεκριμένες χορηγίες, ενώ αφαιρέθηκαν και ηλικιακά όρια σε ορισμένες περιπτώσεις.
Η εφαρμογή του νέου πλαισίου δεν αναμένεται να είναι άμεση. Όπως επισημάνθηκε και κατά τη συζήτηση στη Βουλή, οι πολίτες θα αρχίσουν να βλέπουν στην πράξη τις αλλαγές σταδιακά και σε βάθος χρόνου, ανάλογα με τη διαθεσιμότητα πόρων και την ετοιμότητα των υπηρεσιών. Το νέο σύστημα βασίζεται και στη δημιουργία ενός μηχανισμού παρόχων υπηρεσιών, οι οποίοι θα πρέπει να αδειοδοτούνται και να πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια, ενώ προβλέπεται και η εκπαίδευση φροντιστών και επαγγελματιών που θα στελεχώσουν τις νέες υπηρεσίες.
Εκτός από το κυβερνητικό νομοσχέδιο, το οποίο υπερψηφίστηκε με 50 ψήφους, η ολομέλεια της Βουλής ψήφισε υπέρ και της τροπολογίας την οποία κατέθεσε ο βουλευτής των Οικολόγων Χαράλαμπος Θεοπέμπτου, η οποία προνοεί υποχρέωση του Υφυπουργείου Πρόνοιας να καταθέτει ετήσια έκθεση ενώπιον της Βουλής, ώστε να παρακολουθείται η πορεία εφαρμογής του νέου συστήματος και η εξέλιξη των παροχών στην πράξη.







