Το κυκλοφοριακό χάος που καταγράφηκε το τριήμερο του Δεκαπενταύγουστου στους δύο βασικούς οδικούς άξονες προς το Τρόοδος δεν ήταν ούτε έκτακτο ούτε απρόβλεπτο φαινόμενο. Στον δρόμο Λευκωσίας-Τροόδους η κίνηση «έπηξε» στην περιοχή Ακακίου-Περιστερώνας-Αστρομερίτη και στον δρόμο Λεμεσού-Τροόδους στην περιοχή Λάνιας-Τριμίκλινης. Η Αστυνομία αναγκάστηκε να εκδίδει προειδοποιήσεις, ενώ για τη διαδρομή από Λεμεσό υποδείχθηκαν ακόμη και εναλλακτικές διαδρομές μέσω Καντού-Ομόδους-Μανδριών και Αγίας Φύλας-Απεσιάς-Καπηλιού.
Θα ήταν όμως λάθος να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα ως ακόμη ένα επεισόδιο της εξόδου του Δεκαπενταύγουστου. Οι ουρές των αυτοκινήτων απλώς αποκάλυψαν, με τον πιο παραστατικό τρόπο, ένα πρόβλημα δεκαετιών, δηλαδή την αδυναμία του κυπριακού κράτους να σχεδιάσει και κυρίως να ολοκληρώσει δύο βασικές οδικές αρτηρίες οι οποίες θα έπρεπε εδώ και χρόνια να συνδέουν τη Λευκωσία και τη Λεμεσό με την ορεινή Κύπρο.
Αυτό δεν αφορά μόνο τους εκδρομείς μιας αργίας. Αφορά χιλιάδες ανθρώπους που έχουν εξοχικές κατοικίες στα ορεινά, κατοίκους δεκάδων κοινοτήτων, εργαζομένους, επιχειρήσεις και ολόκληρη την οικονομία του Τροόδους. Αφορά τελικά το κατά πόσον εννοούμε όσα κατά καιρούς εξαγγέλλουμε περί «αναζωογόνησης της υπαίθρου».
Η Παλώδια
Η περίπτωση της Λεμεσού είναι σχεδόν συμβολική του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί το κυπριακό κράτος. Η πρώτη φάση του δρόμου Λεμεσού-Σαϊττά περιορίστηκε στο τμήμα Πολεμίδια-Παλώδια, μήκους μόλις 3,6 χιλιομέτρων, με κόστος περίπου €31 εκατ. μαζί με τον ΦΠΑ.
Με άλλα λόγια, δημιουργήθηκε ένας σύγχρονος δρόμος ο οποίος παραδίδει την αυξημένη κυκλοφορία εκεί όπου ουσιαστικά αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα.
Το ερώτημα που τίθεται εδώ και χρόνια είναι γιατί δόθηκε αυτή η προτεραιότητα και γιατί η συνέχεια προς Άλασσα και Σαϊττά δεν προχώρησε με την ίδια αποφασιστικότητα. Ήδη από το 2024 είχε καταγραφεί δημόσια η κριτική στην κυβέρνηση Αναστασιάδη ότι η πρώτη φάση εξυπηρετούσε σε μεγάλο βαθμό τις μεγάλες σχολικές αναπτύξεις της περιοχής, την ώρα που για τη φάση Α2 προς την Άλασσα επί κυβέρνησης Χριστοδουλίδη δεν υπήρχε πρόνοια στον προϋπολογισμό του 2025.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία του προβλήματος. Δεν είναι κακό να δημιουργούνται υποδομές για σχολεία ή άλλες μεγάλες αναπτύξεις. Είναι όμως πολιτικά απαράδεκτο ο σχεδιασμός μιας βασικής εθνικής οδικής αρτηρίας να σταματά εκεί όπου τελειώνει μια συγκεκριμένη ζώνη ανάπτυξης.
Για τον κάτοικο της Λάνιας, της Τριμίκλινης, του Σαϊττά, του Μονιάτη, των Πλατρών και δεκάδων άλλων κοινοτήτων, το αποτέλεσμα είναι καθημερινά Ένας δρόμος που αρχίζει ως αυτοκινητόδρομος και καταλήγει υπό μορφή του λαιμού μιας μπουκάλας, ξανά στον παλιό άξονα, μεταφέροντας το μποτιλιάρισμα λίγα χιλιόμετρα βορειότερα.
Και όμως, εδώ μιλάμε για τον βασικό δρόμο που συνδέει τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Κύπρου με το Τρόοδος.
Η περίπτωση της Λευκωσίας
Αν στη Λεμεσό έχουμε έναν αυτοκινητόδρομο που σταμάτησε στην Παλώδια, στη Λευκωσία η ιστορία αγγίζει τα όρια του παραλόγου.
Ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε ουσιαστικά την επέκταση του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας-Κοκκινοτριμιθιάς μέχρι την Ευρύχου. Πρόκειται για σχεδιασμό δεκαετιών. Ήδη το 2007 το Τμήμα Δημοσίων Έργων περιέγραφε επισήμως το έργο ως «Αυτοκινητόδρομο Κοκκινοτριμιθιάς-Αστρομερίτη-Ευρύχου».
Τι καταφέραμε;
Να έχουμε σήμερα αυτοκινητόδρομο μέχρι την Κοκκινοτριμιθιά και, από τον Απρίλιο του 2026, έναν δεύτερο σύγχρονο δρόμο από τον Αστρομερίτη μέχρι την Ευρύχου, κόστους €74,477 εκατ. συν ΦΠΑ. Ανάμεσα στους δύο βρίσκεται ακόμη το κρίσιμο τμήμα που θα παρακάμπτει Ακάκι, Περιστερώνα και Αστρομερίτη.
Είναι σαν να κατασκευάσαμε τα δύο άκρα μιας γέφυρας και αφήσαμε κενό το μέσο.
Οι αντιδράσεις των τριών κοινοτήτων στην παράκαμψή τους είναι γνωστές. Η λογική ότι η μεταφορά της διαμπερούς κυκλοφορίας έξω από τα χωριά θα προκαλούσε οικονομική ζημιά υπερίσχυσε για χρόνια της μεγάλης εικόνας.
Και εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται μια από τις μεγαλύτερες παθογένειες της κυπριακής πολιτικής: το οργανωμένο τοπικό συμφέρον μπορεί συχνά να αποδειχθεί ισχυρότερο από το γενικό συμφέρον.
Ανάπτυξη και αυτοκίνητα
Η αντίληψη ότι ένα χωριό χρειάζεται χιλιάδες αυτοκίνητα να περνούν καθημερινά από το κέντρο του για να επιβιώσει οικονομικά ανήκει σε μια άλλη εποχή.
Αρκεί να κοιτάξει κάποιος περιοχές που αναπτύχθηκαν, όπως το Δάλι και τα Πυργά, επειδή απέκτησαν γρήγορη πρόσβαση στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού, χωρίς ο αυτοκινητόδρομος να περνά μέσα από τον οικιστικό τους πυρήνα. Η πραγματική υπεραξία δημιουργείται από την προσβασιμότητα και όχι από το μποτιλιάρισμα.
Ένας σύγχρονος παρακαμπτήριος δρόμος μπορεί να κάνει ένα χωριό πιο ελκυστικό για κατοικία, να μειώσει τον θόρυβο και τη ρύπανση, να βελτιώσει την ασφάλεια και ταυτόχρονα να επιτρέψει στις επιχειρήσεις του να εξυπηρετούν όσους πραγματικά θέλουν να το επισκεφθούν.
Η σύγκριση με κοινότητες που αναπτύχθηκαν δίπλα στους μεγάλους αυτοκινητόδρομους θα έπρεπε να είχε γίνει εδώ και χρόνια.
Αντί γι' αυτό, κυριάρχησε η λογική «να συνεχίσουν να περνούν όλοι από μπροστά μας» για να πουλάμε τα αγγουράκια, τις ντομάτες και τα καρπούζια μας.
Το κόστος αυτής της νοοτροπίας δεν το πλήρωσαν μόνο οι οδηγοί βέβαια. Το πλήρωσαν η Σολέα, η Μαραθάσα και ολόκληρη η ορεινή Λευκωσία.
Ένα έργο 50 ετών
Η διάσταση του προβλήματος γίνεται ακόμη πιο εξοργιστική αν αναλογιστούμε τον χρόνο. Ο δρόμος προς την Ευρύχου αποτελεί σχεδιασμό που ανάγεται στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Το τμήμα Αστρομερίτη-Ευρύχου παραδόθηκε τελικά στις 30 Απριλίου 2026 συντομεύοντας τη διαδρομή μόνο κατά 5 λεπτά!! Για το ενδιάμεσο τμήμα, μήκους περίπου 18 χιλιομέτρων, η εκτίμηση του κόστους έχει φτάσει πλέον περίπου στα €109 εκατ., ενώ η προκήρυξη των προσφορών καθυστερεί λόγω της διαδικασίας των απαλλοτριώσεων.
Δηλαδή μισός αιώνας συζητήσεων για να αποκτήσει η ορεινή Λευκωσία μια στοιχειώδη σύγχρονη σύνδεση με την πρωτεύουσα.
Και ύστερα αναρωτιόμαστε γιατί ερημώνουν τα ορεινά χωριά.
Στρατηγικές επί χάρτου
Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι το ίδιο το κράτος έχει εντάξει αυτά τα έργα στην Εθνική Στρατηγική Ανάπτυξης Ορεινών Περιοχών.
Αλλά τι σημαίνει ανάπτυξη των ορεινών περιοχών χωρίς πρόσβαση;
Μπορούμε να δώσουμε κίνητρα σε νέους ανθρώπους να εγκατασταθούν στη Μαραθάσα. Μπορούμε να χρηματοδοτήσουμε αγροτουριστικές μονάδες στη Σολέα. Μπορούμε να ανακαινίσουμε πλατείες, να οργανώσουμε φεστιβάλ και να διαφημίσουμε τις Πλάτρες ως τουριστικό προορισμό.
Εάν όμως για να φτάσει κάποιος εκεί χρειάζεται να εγκλωβιστεί στην Τριμίκλινη ή να διασχίσει Ακάκι, Περιστερώνα και Αστρομερίτη με ταχύτητες αστικής κυκλοφορίας, τότε η πολιτική μας αυτοϋπονομεύεται.
Η απόσταση δεν μετριέται σε χιλιόμετρα. Μετριέται σε χρόνο.
Ένα χωριό που βρίσκεται 30 λεπτά από τη Λευκωσία ή τη Λεμεσό μπορεί να αποτελέσει τόπο μόνιμης κατοικίας. Αν χρειάζεται μιάμιση ώρα σε ώρες αιχμής, γίνεται τόπος Σαββατοκύριακου. Και αν στις γιορτές χρειάζονται δύο ώρες, μετατρέπεται σε προορισμό που πολλοί απλώς αποφεύγουν.
Αυτή είναι η πραγματική οικονομική ζημιά.
Η πολιτική του μικρού συμφέροντος
Οι δύο δρόμοι προς το Τρόοδος αποτελούν τελικά μικρογραφία ενός μεγαλύτερου πολιτικού προβλήματος.
Στη μία περίπτωση προτεραιότητες, αναπτύξεις και οικονομικά συμφέροντα καθόρισαν ποιο τμήμα θα κατασκευαστεί πρώτο και μέχρι πού θα φτάσει. Στην άλλη, τοπικές αντιδράσεις κατάφεραν επί χρόνια να επηρεάζουν ένα έργο εθνικής σημασίας.
Και στις δύο περιπτώσεις απουσίασε το ίδιο πράγμα: η αποφασιστικότητα του κράτους να πει ότι υπάρχουν υποδομές οι οποίες δεν μπορούν να σχεδιάζονται με κριτήριο ποιος φωνάζει περισσότερο.
Η κυβέρνηση ορθώς εμφανίζεται σήμερα αποφασισμένη να προχωρήσει το τμήμα Δένειας-Αστρομερίτη παρά τις αντιδράσεις. Το ίδιο πρέπει να συμβεί και με τη συνέχεια του δρόμου Λεμεσού-Σαϊττά.
Όχι κάποτε. Με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και εξασφαλισμένη χρηματοδότηση.
Το μποτιλιάρισμα του Δεκαπενταύγουστου θα ξεχαστεί σε λίγες ημέρες. Οι οδηγοί θα επιστρέψουν στις πόλεις και οι ουρές θα μικρύνουν.
Το πρόβλημα όμως θα παραμείνει.
Θα το ξαναδούμε τα Χριστούγεννα, τα Σαββατοκύριακα του χειμώνα, στις επόμενες αργίες και τον επόμενο Δεκαπενταύγουστο.
Γιατί αυτές οι ουρές αυτοκινήτων δεν είναι απλώς κυκλοφοριακή συμφόρηση.
Είναι η υλική αποτύπωση πενήντα χρόνων αναβλητικότητας, τοπικισμού και πολιτικής αδυναμίας.
Και ίσως η πιο μεγάλη ειρωνεία είναι ότι ξοδεύουμε εκατοντάδες εκατομμύρια για να «αναζωογονήσουμε» την ορεινή Κύπρο, ενώ ακόμη δεν έχουμε καταφέρει το αυτονόητο:να ολοκληρώσουμε τους δρόμους που οδηγούν σε αυτήν.






