Σοβαρούς προβληματισμούς για τη χρήση συσκευών νευροτεχνολογίας που ήδη κυκλοφορούν στην αγορά και έχουν τη δυνατότητα να καταγράφουν και να αναλύουν στοιχεία της εγκεφαλικής δραστηριότητας εξέφρασε o καθηγητής γνωστικής νευροεπιστήμης του ΤΕΠΑΚ, Νίκος Κωνσταντίνου, μιλώντας στο ραδιόφωνο του «Π» και στην εκπομπή «Δεύτερη Ματιά» με τη δημοσιογράφο Αντριή Δανιήλ.
Όπως εξήγησε, το θέμα τέθηκε ενώπιον της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής και αφορά τεχνολογίες οι οποίες μπορούν να καταγράφουν εγκεφαλική δραστηριότητα και, με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης, να αναγνωρίζουν μοτίβα που συνδέονται με σκέψεις, αντιδράσεις και συναισθήματα.
Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για «έξυπνα» ακουστικά ή συσκευές που τοποθετούνται στο κεφάλι και μπορούν να χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση της συγκέντρωσης, της κόπωσης ή ακόμη και του ύπνου. Αντίστοιχες τεχνολογίες χρησιμοποιούνται ακόμη και στον χώρο των ηλεκτρονικών παιχνιδιών, επιτρέποντας στον χρήστη να ελέγχει έναν χαρακτήρα μέσω της εγκεφαλικής του δραστηριότητας.
Από την καταγραφή συναισθημάτων στην προσαρμογή πολιτικών μηνυμάτων
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί, σύμφωνα με τον ίδιο, όχι μόνο το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες συσκευές μπορούν να αναγνωρίζουν συναισθηματικές αντιδράσεις, αλλά και η δυνατότητα αξιοποίησης αυτών των πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο.
Έφερε ως παράδειγμα μια προεκλογική περίοδο κατά την οποία ένας πολίτης παρακολουθεί πολιτικό περιεχόμενο μέσω κοινωνικών δικτύων, ενώ παράλληλα χρησιμοποιεί συσκευή που καταγράφει την εγκεφαλική του δραστηριότητα. Όπως ανέφερε, η τεχνολογία μπορεί να αναγνωρίσει εάν ένα πρόσωπο ή μήνυμα προκαλεί θετική ή αρνητική αντίδραση, ακόμη και φόβο, και στη συνέχεια να προσαρμόσει το επόμενο μήνυμα ή τη διαφήμιση που εμφανίζεται στον χρήστη.
«Σκεφτείτε ποιες είναι οι προεκτάσεις αυτής της δυνατότητας για την εκλογική διαδικασία», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας τον κίνδυνο χειραγώγησης της βούλησης του πολίτη.
«Δεν γνωρίζουμε την πραγματική έκταση του προβλήματος»
Ιδιαίτερα μεγάλο είναι, όπως σημείωσε, το ρυθμιστικό κενό που υπάρχει σήμερα, καθώς οι δυνατότητες ανάλυσης τέτοιων δεδομένων μέσω τεχνητής νοημοσύνης αναπτύχθηκαν πολύ πρόσφατα. Το πρώτο βήμα, σύμφωνα με τον γνωστικό νευροεπιστήμονα, θα πρέπει να είναι η καταγραφή των συσκευών που κυκλοφορούν στην αγορά και των δεδομένων που συλλέγουν.
«Από τη στιγμή που δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή μια βάση δεδομένων που να καταγράφει ποιες συσκευές υπάρχουν στο εμπόριο και καταγράφουν αυτά τα δεδομένα, δεν γνωρίζουμε την πραγματική έκταση του προβλήματος», εξήγησε. Σε δεύτερο στάδιο, όπως είπε, θα πρέπει να καθοριστεί ποιος έχει πρόσβαση στα δεδομένα και με ποιον τρόπο επιτρέπεται να τα διαχειρίζεται.
Ποιος έχει πρόσβαση στα δεδομένα του εγκεφάλου μας;
Έθεσε, μάλιστα, σειρά κρίσιμων ερωτημάτων: κατά πόσο οι εταιρείες μπορούν να χρησιμοποιούν τα δεδομένα εγκεφαλικής δραστηριότητας για την εκπαίδευση μελλοντικών αλγορίθμων, εάν μπορούν να τα διαθέτουν σε τρίτες εταιρείες για σκοπούς στοχευμένης διαφήμισης, πού αποθηκεύονται και ποιοι έχουν πρόσβαση σε αυτά.
«Μετατρεπόμαστε σε δωρητές της σκέψης μας για να εκπαιδεύουμε τους μελλοντικούς αλγορίθμους», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι σήμερα τα ζητήματα αυτά δεν καλύπτονται επαρκώς από τη νομοθεσία.
Ξεχωριστό ζήτημα οι «καινοτόμες» και «ολιστικές» θεραπείες
Παράλληλα, η συζήτηση επεκτάθηκε και σε περιπτώσεις χρήσης συσκευών ή μεθόδων σε ιατρικά κέντρα που προβάλλονται ως «καινοτόμες» ή «ολιστικές» θεραπείες.
Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι πρόκειται για διαφορετικό ζήτημα από εκείνο που εξετάστηκε στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σημειώνοντας ωστόσο ότι και σε αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται αυστηρή εποπτεία και εφαρμογή της υφιστάμενης νομοθεσίας.
Άσκησε, παράλληλα, κριτική στους επαγγελματικούς φορείς, υποστηρίζοντας ότι η αυτορρύθμιση δεν είναι πάντοτε αποτελεσματική και ότι οι αρμόδιοι οργανισμοί οφείλουν να παρεμβαίνουν όταν προκύπτουν περιπτώσεις παραπλάνησης ή προώθησης μη τεκμηριωμένων θεραπειών.
«Υπάρχει έλλειψη επιστημονικής δημοσιογραφίας στην Κύπρο»
Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρθηκε και στον ρόλο των Μέσων Ενημέρωσης, επισημαίνοντας ότι στην Κύπρο υπάρχει έλλειψη εξειδικευμένης επιστημονικής δημοσιογραφίας.
Όπως είπε, η δημοσιογραφία δεν απαιτεί από τους λειτουργούς των ΜΜΕ να είναι ειδικοί σε κάθε επιστημονικό πεδίο, χρειάζεται όμως να διαθέτει τους μηχανισμούς για να φιλτράρει και να διασταυρώνει την πληροφορία. Ευθύνη, πρόσθεσε, φέρει και η ίδια η επιστημονική κοινότητα, καθώς οι επιστήμονες εκπαιδεύονται σε υψηλό επίπεδο για τη διεξαγωγή έρευνας, όχι όμως πάντοτε και για την αποτελεσματική επικοινωνία των αποτελεσμάτων της προς την κοινωνία.








