(Μέρος 1)
Οταν η Κύπρος ενέκρινε το έργο εισαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στο Βασιλικό, το 2019, η λογική πίσω από την απόφαση φαινόταν αδιαμφισβήτητη. Η εισαγωγή φυσικού αερίου υποσχόταν μείωση του κόστους ηλεκτρισμού, περιορισμό των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας, διαφοροποίηση του ενεργειακού μίγματος της χώρας και συμμόρφωση με την ολοένα αυστηρότερη ευρωπαϊκή περιβαλλοντική νομοθεσία. Παράλληλα, αναμενόταν να διευκολύνει την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρισμού, παρέχοντας ένα καθαρότερο και πιο ανταγωνιστικό καύσιμο για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Επτά χρόνια αργότερα, όμως, το ερώτημα που αντιμετωπίζουν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν είναι πλέον αν η Κύπρος χρειάζεται φυσικό αέριο. Αναμφίβολα το χρειάζεται. Το ουσιαστικότερο ερώτημα είναι αν το έργο εισαγωγής LNG στο Βασιλικό, όπως έχει πλέον εξελιχθεί, μπορεί ακόμη να προσφέρει τα οφέλη που δικαιολόγησαν αρχικά την κατασκευή του.
Το έργο αυτό δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα τεχνικό ή μηχανικό εγχείρημα. Έχει εξελιχθεί σε έναν σύνθετο συνδυασμό κατασκευαστικών εργασιών, νομικών διαφορών, χρηματοδοτικών προκλήσεων και εμπορικών κινδύνων. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι το έργο που επιχειρεί σήμερα να ολοκληρώσει η Κύπρος διαφέρει ουσιαστικά από εκείνο που εγκρίθηκε το 2019.
Ήρθε λοιπόν η στιγμή να αξιολογηθεί όχι με βάση όσα έχουν ήδη δαπανηθεί αλλά με βάση το κατά πόσο η ολοκλήρωσή του εξακολουθεί να αποτελεί την πλέον οικονομική και στρατηγικά ορθή επιλογή για την Κύπρο. Αυτό ακριβώς σκοπεύω να εξετάσω μέσα από μια σειρά τριών άρθρων.
Επίκαιροι οι αρχικοί στόχοι
Είναι σημαντικό να διαχωρίσουμε τους στόχους του έργου από τον τρόπο με τον οποίον αυτό εξελίχθηκε.
Η Κύπρος εξακολουθεί να βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στα εισαγόμενα πετρελαϊκά προϊόντα για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτό αφήνει τους καταναλωτές εκτεθειμένους στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών πετρελαίου και στο συνεχώς αυξανόμενο κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εισαγωγή φυσικού αερίου θα μπορούσε να μειώσει τις εκπομπές CO₂ κατά περίπου 30% σε σύγκριση με το μαζούτ και να βελτιώσει σημαντικά την αποδοτικότητα της ηλεκτροπαραγωγής μέσω των μονάδων συνδυασμένου κύκλου που έχουν ήδη εγκατασταθεί στο Βασιλικό, καθώς και της ιδιωτικής μονάδας της PEC.
Η ασφάλεια εφοδιασμού εξακολουθεί επίσης να αποτελεί απολύτως θεμιτό στόχο. Ένας τερματικός σταθμός εισαγωγής LNG θα διαφοροποιούσε τις πηγές προμήθειας καυσίμων, θα μείωνε την εξάρτηση από το πετρέλαιο και θα προσέφερε μεγαλύτερη ευελιξία στην προμήθεια LNG από διαφορετικούς προμηθευτές.
Τίποτε από αυτά δεν έχει αλλάξει. Αυτό που έχει αλλάξει είναι το κόστος και η πολυπλοκότητα της επίτευξής τους.
Ένα εντελώς διαφορετικό έργο
Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε ολοκλήρωση μέσα σε περίπου δύο χρόνια, με συνολικό κόστος γύρω στα 300 εκατ. ευρώ. Σήμερα, μετά τον τερματισμό της σύμβασης με την κινεζική κοινοπραξία CPP, το έργο ουσιαστικά επανεκκινείται μέσα σε ένα εντελώς διαφορετικό συμβατικό και επιχειρησιακό πλαίσιο.
Η πλωτή μονάδα αποθήκευσης και επαναεριοποίησης (FSRU) «Προμηθέας» έχει ολοκληρωθεί και παραμένει στη Μαλαισία αναμένοντας την ανάπτυξή της στην Κύπρο. Οι χερσαίες εγκαταστάσεις στο Βασιλικό παραμένουν ημιτελείς. Η Technip Energies, ως σύμβουλος του έργου, πραγματοποιεί λεπτομερή τεχνική αξιολόγηση των υφιστάμενων κατασκευών, προκειμένου να καθοριστεί τι μπορεί να διατηρηθεί, τι πρέπει να τροποποιηθεί και τι απομένει να κατασκευαστεί.
Παράλληλα, συνεχίζονται στο Λονδίνο οι διαδικασίες διαιτησίας μεταξύ της ΕΤΥΦΑ και του αρχικού αναδόχου. Η CPP υποστηρίζει δημόσια ότι οι καθυστερήσεις οφείλονταν κυρίως σε προβλήματα που σχετίζονταν με τον ιδιοκτήτη του έργου, όπως καθυστερημένες εγκρίσεις, αλλαγές στο αντικείμενο της σύμβασης και καθυστερήσεις στη χρηματοδότηση. Από την άλλη πλευρά, η ΕΤΥΦΑ υποστηρίζει ότι ο ανάδοχος δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις.
Η έκβαση της διαιτησίας παραμένει αβέβαιη και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους οικονομικούς κινδύνους που αντιμετωπίζει σήμερα το έργο.
Αντί όμως να αναζητούμε ποιος φέρει την ευθύνη, μεγαλύτερη σημασία έχει να κατανοήσουμε πώς όλες αυτές οι εξελίξεις επηρεάζουν τη μελλοντική οικονομική βιωσιμότητα του έργου.
Η τεχνική πρόκληση είναι διαχειρίσιμη
Σε αντίθεση με όσα συχνά υποστηρίζονται δημόσια, η ίδια η μηχανική πρόκληση πιθανότατα δεν αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα του έργου. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία μέχρι σήμερα, δεν έχουν εντοπιστεί θεμελιώδεις αδυναμίες στον συνολικό σχεδιασμό ούτε σοβαρές δομικές αστοχίες που να απαιτούν εκτεταμένη ανακατασκευή.
Το μεγαλύτερο μέρος των εργασιών αφορά την ολοκλήρωση της προβλήτας, των μηχανολογικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, των αγωγών, των συστημάτων αυτοματισμού, των συστημάτων ασφαλείας και της ολοκληρωμένης θέσης σε λειτουργία (commissioning). Παρότι πρόκειται για τεχνικά απαιτητικές εργασίες, αποτελούν συνήθη πρακτική σε τερματικούς σταθμούς εισαγωγής LNG σε ολόκληρο τον κόσμο.
Οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι βρίσκονται αλλού.
Η αντικατάσταση του αρχικού εργολάβου EPC απαιτεί νέες διαδικασίες διαγωνισμών, λεπτομερή τεχνική επαλήθευση των ημιτελών κατασκευών, αποτελεσματικό συντονισμό μεταξύ πολλών αναδόχων και επίλυση ζητημάτων συμβατικής ευθύνης για τις ήδη κατασκευασμένες εγκαταστάσεις.
Καθεμία από αυτές τις διαδικασίες δημιουργεί νέα αβεβαιότητα, πρόσθετο κόστος και, κυρίως, περαιτέρω καθυστερήσεις.
Η πρόκληση του χρονοδιαγράμματος
Η κυβέρνηση έχει επανειλημμένα εκφράσει την πεποίθηση ότι το έργο μπορεί να ολοκληρωθεί αρκετά πριν από το τέλος της δεκαετίας. Αν και αυτό παραμένει θεωρητικά εφικτό, το επίσημο χρονοδιάγραμμα φαίνεται ιδιαίτερα αισιόδοξο.
Η προετοιμασία των νέων εγγράφων διαγωνισμού έχει ήδη καθυστερήσει σημαντικά περισσότερο από ό,τι αρχικά αναμενόταν. Αφού προκηρυχθούν οι διαγωνισμοί, η αξιολόγηση των προσφορών και η ανάθεση των συμβάσεων είναι πιθανό να απαιτήσουν πολλούς ακόμη μήνες. Επιπλέον, το κυπριακό σύστημα δημοσίων συμβάσεων επιτρέπει στους αποτυχόντες προσφοροδότες να προσφεύγουν στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, ενώ στη συνέχεια είναι δυνατόν να ακολουθήσουν και δικαστικές διαδικασίες.
Η εμπειρία από μεγάλα δημόσια έργα δείχνει ότι τέτοιες διαδικασίες μπορούν να καθυστερήσουν την έναρξη των εργασιών για πολλούς μήνες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη περισσότερο.
Ακόμη και μετά την ανάθεση των συμβάσεων, οι νέοι ανάδοχοι θα χρειαστούν χρόνο για να εγκατασταθούν, να επαληθεύσουν την κατάσταση των υφιστάμενων έργων, να ολοκληρώσουν τις κατασκευές και να πραγματοποιήσουν εκτεταμένες δοκιμές πριν από την εμπορική λειτουργία.
Λαμβάνοντας υπόψη αυτούς τους κινδύνους, μια πιο ρεαλιστική εκτίμηση τοποθετεί την έναρξη παροχής φυσικού αερίου προς το τέλος της δεκαετίας ή γύρω στο 2030, αντί σημαντικά νωρίτερα.
Το κόστος έχει αλλάξει δραματικά
Ακόμη σημαντικότερη από το χρονοδιάγραμμα είναι η αλλαγή στα οικονομικά δεδομένα του έργου. Η αρχική επενδυτική απόφαση βασίστηκε σε ένα έργο κόστους περίπου 300 εκατ. ευρώ.
Σήμερα, μια ρεαλιστική αξιολόγηση πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο το κόστος ολοκλήρωσης των φυσικών κατασκευών αλλά και το κόστος της διαιτησίας, της χρηματοδότησης κατά τη διάρκεια των παρατεταμένων καθυστερήσεων, της θέσης σε λειτουργία, της διαχείρισης των διεπαφών μεταξύ των αναδόχων και των αναγκαίων προβλέψεων για απρόβλεπτες δαπάνες.
Με βάση εκτιμήσεις που λαμβάνουν υπόψη τους πραγματικούς κινδύνους και όχι αισιόδοξες παραδοχές, η συνολική οικονομική έκθεση του έργου φαίνεται πλέον σημαντικά υψηλότερη.
Εάν προστεθούν στις δαπάνες που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί, το συνολικό κόστος του έργου θα μπορούσε ρεαλιστικά να προσεγγίσει τα €1–1,2 δισ., δηλαδή περισσότερο από τριπλάσιο του αρχικού προϋπολογισμού.
Η εκτίμηση αυτή δεν αποτελεί πρόβλεψη. Πρόκειται για μια εκτίμηση σχεδιασμού βασισμένη στους υφιστάμενους κινδύνους, στην τρέχουσα κατάσταση του έργου, στη σύγκριση με αντίστοιχα διεθνή έργα υποδομής και στις εναπομένουσες νομικές και εμπορικές αβεβαιότητες. Εύχομαι το τελικό κόστος να αποδειχθεί χαμηλότερο, όμως σκοπός της ανάλυσης δεν είναι να βασιστεί σε υπερβολικά αισιόδοξες παραδοχές.
Το έργο δεν θα πρέπει πλέον να αξιολογείται με βάση το πόσα χρήματα έχουν ήδη δαπανηθεί αλλά με βάση το κατά πόσο η ολοκλήρωσή του εξακολουθεί να αποτελεί σήμερα την καλύτερη οικονομική επιλογή για την Κύπρο.
Αν η Κύπρος καλείτο να λάβει σήμερα την ίδια επενδυτική απόφαση, γνωρίζοντας όλα όσα γνωρίζουμε πλέον, θα επέλεγε άραγε την ίδια λύση;
Councilor, Atlantic Council @CharlesEllinas






