Η συνεχιζόμενη οικονομική αβεβαιότητα σε διεθνές επίπεδο, ως αποτέλεσμα των γεωπολιτικών και οικονομικών εξελίξεων, καθιστά επιβεβλημένη την υπεύθυνη δημοσιονομική διαχείριση, τονίζει ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών, Ανδρέας Ζαχαριάδης.
Σε εγκύκλιό του για την εφαρμογή του κρατικού προϋπολογισμού και του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού πλαισίου, σημειώνει ότι θα πρέπει να αποφεύγονται αιτήματα προώθησης μη προϋπολογιζόμενων πολιτικών ή/ και σχεδίων καθώς και άλλων αιτημάτων τα οποία οδηγούν αναπόφευκτα σε αυξημένες δεσμεύσεις ή/ και δαπάνες, καθώς δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόθεση κατάθεσης συμπληρωματικών προϋπολογισμών στη βουλή.
Παράλληλα, επισημαίνεται η ανάγκη να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην προώθηση μεταρρυθμιστικών και αναπτυξιακών έργων και παρεμβάσεων, οι οποίες συμβάλλουν στην ενδυνάμωση, διαφοροποίηση και περαιτέρω εμπλουτισμό του οικονομικού αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας.
Ιδιαίτερα, αναφέρει, η υλοποίηση των έργων του επενδυτικού προγράμματος «ΘΑΛΕΙΑ 2021-2027» και του ΣΑΑ, αναμένεται να συμβάλουν σημαντικά στην επιτάχυνση της ανάπτυξης και στην ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας.
Δημόσιες Συμβάσεις Υπηρεσιών
Για τις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών, αναφέρει ότι καλύπτονται από τις διατάξεις που προβλέπει ο περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων και για Συναφή Θέματα Νόμος του 2016 (Ν.73(I)/2016), και οι σχετικοί Κανονισμοί.
Ο σκοπός και το πνεύμα της νομοθεσίας αυτής είναι η εξασφάλιση/αγορά υπηρεσιών περιορισμένης χρονικής διάρκειας για ειδικές και μόνο περιπτώσεις. Σύμφωνα με το Άρθρο 14(1)(ζ) του εν λόγω Νόμου, υπάρχει ειδική εξαίρεση για συμβάσεις υπηρεσιών απασχόλησης, οι οποίες θα πρέπει να συνάπτονται σύμφωνα με τις νενομισμένες διαδικασίες.
Η υποστελέχωση δεν αποτελεί δικαιολογία ούτε και είναι αποδεκτή για σύναψη σύμβασης υπηρεσιών, τονίζεται. Η φύση της παρεχόμενης εργασίας είναι για συγκεκριμένη χρονική διάρκεια και για συγκεκριμένη εργασία (παραδοτέα) και σε καμία περίπτωση, δεν πρέπει να δημιουργείται δημοσιοϋπαλληλική σχέση μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου, υποδεικνύεται.
Δαπάνες Προεδρίας
Όσον αφορά τις δαπάνες για την Κυπριακή Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η εγκύκλιος αναφέρει ότι έχουν κατανεμηθεί στα αρμόδια Υπουργεία/ Υφυπουργεία/ Ανεξάρτητες Υπηρεσίες, και ως εκ τούτου, η υλοποίηση των σχετικών δράσεων θα γίνεται στη βάση του εγκεκριμένου προϋπολογισμού του κάθε Τμήματος/ Υπηρεσίας συμπεριλαμβανομένων και των δαπανών που περιλήφθηκαν συγκεντρωτικά στη Γραμματεία της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου Ε.Ε. και στις Υπηρεσίες που έχουν αναλάβει οριζόντιο ρόλο.
Για σκοπούς ορθής κατανομής των δαπανών στον προϋπολογισμό αλλά και για στατιστικούς σκοπούς, οι χρεώσεις δαπανών πρέπει, με ευθύνη του Ελέγχοντα Λειτουργού, να γίνονται στα κατάλληλα άρθρα του προϋπολογισμού, προστίθεται.
Θετικές επιδόσεις οικονομίας
Όπως αναφέρεται στην εγκύκλιο, το 2026 η οικονομία αναμένεται να συνεχίσει να καταγράφει θετικές επιδόσεις, με το ρυθμό ανάπτυξης να προβλέπεται γύρω στο 3,1%, σε σχέση με 3,2% το 2025, με βάση εκτίμηση του Υπουργείου Οικονομικών.
«Παρά τις συνεχείς και αλλεπάλληλες κρίσεις που προκλήθηκαν τα τελευταία χρόνια, η κυπριακή οικονομία απέδειξε έμπρακτα την ικανότητα της να προσαρμόζεται σε νέα δεδομένα. Διατηρώντας σταθερή και συνετή δημοσιονομική πολιτική, η κυβέρνηση συνέχισε την υλοποίηση ουσιαστικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Σε αυτό συνέτεινε και η αποτελεσματική αξιοποίηση των χρηματοδοτικών εργαλείων της ΕΕ, και ιδιαίτερα των Ταμείων της Πολιτικής Συνοχής και του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας», σημειώνεται.
Στο πλαίσιο αυτό, η Κυπριακή Δημοκρατία επικεντρώνεται στην εφαρμογή της Μακροπρόθεσμης Στρατηγικής για τη βιώσιμη ανάπτυξη της οικονομίας «Όραμα 2035».
Μέσω αυτής της Στρατηγικής καθορίζονται οι στρατηγικοί στόχοι, αλλά και προτεραιότητες που θα συμβάλλουν στην επίτευξη μιας ανθεκτικής οικονομίας και θα οδηγήσουν στην προώθηση και των τριών πυλώνων της βιώσιμης ανάπτυξης, δηλαδή την επίτευξη της πράσινης μετάβασης, την προώθηση της κοινωνικής και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης και την ενδυνάμωση της οικονομίας.
Παράλληλα, η υλοποίηση των μέτρων αυτών θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα και τη σταθερότητα της οικονομίας, καθιστώντας την καλύτερα προετοιμασμένη για την αντιμετώπιση μελλοντικών κινδύνων προκλήσεων.
Μεσοπρόθεσμες προοπτικές οικονομίας
Σύμφωνα με το βασικό μακροοικονομικό σενάριο, οι προοπτικές της κυπριακής οικονομίας μεσοπρόθεσμα παραμένουν θετικές αλλά με σημαντικό βαθμό αβεβαιότητας. Μετά την επιβράδυνση το 2025, ο ρυθμός ανάπτυξης προβλέπεται να ανέλθει στο 3,1% το 2026, ενώ τα έτη 2027 και 2028 αναμένεται να κυμανθεί στο 3,0% και 2,9%, αντίστοιχα.
Ο ρυθμός πληθωρισμού (Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή - ΕνΔΤΚ) το 2026 προβλέπεται να κυμανθεί στο 2,1% από 0,8% το 2025, ενώ για το 2027 αναμένεται αύξηση του στο 2,5%, απόρροια του τερματισμού των μέτρων κατά της ακρίβειας (μειωμένος συντελεστής αγοράς ηλεκτρικού ρεύματος και μηδενικός συντελεστής σε αγαθά πρώτης ανάγκης), τέλος του 2026. Το 2028 ο πληθωρισμός προβλέπεται να ανέλθει στο 2%.
Το ποσοστό ανεργίας αναμένεται να παραμείνει γύρω στο 4,6% του εργατικού δυναμικού το 2026-2027, και ακολούθως το 2028 να μειωθεί στο 4,5%.
Πτωτική πορεία δημοσίου χρέους
Το δημόσιο χρέος, προβλέπεται ότι στο τέλος του 2026 θα μειωθεί στα €19,47 δισ. σε σύγκριση με €20,17 δισ. το τέλος του 2025 και ως ποσοστό του ΑΕΠ να περιορισθεί στο 50,9% σε σύγκριση με 55,3% τον προηγούμενο χρόνο. Η πτωτική πορεία του δημόσιου χρέους, ως ποσοστό του ΑΕΠ, αναμένεται να συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια και να περιοριστεί στο 46,8% και 41,8%, τέλος του 2027 και 2028, αντίστοιχα.
Προϋπολογισμός
Ο προϋπολογισμός για το 2026 και το Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2026-2028, ψηφίστηκε από την ολομέλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων στις 17 Δεκεμβρίου 2025, με την ενσωμάτωση αριθμού τροποποιήσεων που υποβλήθηκαν από την κυβέρνηση, καθώς και αριθμού τροπολογιών που ψηφίστηκαν από τη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Τα έσοδα, εξαιρουμένων των χρηματοοικονομικών ροών αναμένεται να ανέλθουν στα €10,8 δισ.σε σύγκριση με αναθεωρημένα έσοδα ύψους €9,7 δισ. το 2025, προβλέπεται δηλαδή αύξηση της τάξης του 11,1%.
Οι σημαντικότερες κατηγορίες των εσόδων είναι οι άμεσοι και έμμεσοι φόροι που συνολικά για το 2026 προϋπολογίζονται να ανέλθουν στα €8,6 δισ. και αποτελούν περίπου το 80% των συνολικών εσόδων (με εξαίρεση τις χρηματοοικονομικές ροές). Το υπόλοιπο 20% των εσόδων αφορά τα μη φορολογικά έσοδα όπως, πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών, ενοίκια δικαιώματα και μεταβιβάσεις/ χορηγίες.
Οι δαπάνες, εξαιρουμένων των δαπανών για την αποπληρωμή δανείων και επενδύσεων, αναμένεται να παρουσιάσουν αύξηση ύψους 2,7% σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο. Συγκεκριμένα, για το 2026 προϋπολογίζονται στα €11,4 δισ. σε σύγκριση με €11,1 δις. το 2025.
Οι συνολικές δαπάνες στον προϋπολογισμό του 2026 (περιλαμβανομένων των αποπληρωμών δανείων, τόκων και επενδύσεων), αναμένεται να παρουσιάσουν αύξηση σε σχέση με τον εγκεκριμένο προϋπολογισμό του 2025 και προϋπολογίζονται στα €13,7 δισ.





