Το ενδεχόμενο πρόωρων «βουλευτικών εκλογών» στα κατεχόμενα δεν αποτελεί απλώς ζήτημα καθορισμού μιας ημερομηνίας, αλλά συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία των «θεσμών», την πολιτική κατάσταση και την εμπιστοσύνη της τουρκοκυπριακής κοινότητας προς την εξουσία, δηλώνει στον «Π» ο Κοράλ Ασάμ, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής και οργανωτικός γραμματέας του Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος (CTP).

Σύμφωνα με τον κ. Ασάμ, οι εξελίξεις των τελευταίων τεσσεράμισι χρόνων διακυβέρνησης του Κόμματος Εθνικής Ενότητας (UBP) βρίσκονται στο επίκεντρο της συζήτησης. Όπως αναφέρει, η περίοδος αυτή σημαδεύτηκε από καταγγελίες για δωροδοκίες, υποθέσεις διαφθοράς σε διαγωνισμούς, σκάνδαλα πλαστών πτυχίων, επικρίσεις για κομματική κατανομή δημόσιων πόρων και εμφανή αποδυνάμωση των «θεσμών».
Κατά την εκτίμηση του CTP, όλα αυτά έχουν προκαλέσει σοβαρή διάβρωση της εμπιστοσύνης των πολιτών και έχουν πλήξει σημαντικά την πολιτική νομιμοποίηση του UBP.
«Το UBP χρησιμοποιεί τον χρόνο ως πολιτικό εργαλείο»
Το CTP εκτιμά ότι, υπό τις σημερινές συνθήκες, το UBP δεν επιθυμεί τη διεξαγωγή πρόωρων «εκλογών». Αντιθέτως, θεωρεί την αναβολή τους στρατηγική αναγκαιότητα, καθώς οι δημοσκοπικές τάσεις δείχνουν, σύμφωνα με τον κ. Ασάμ, ότι τα ποσοστά του έχουν υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.
Ο ίδιος κατηγορεί το UBP ότι εφαρμόζει μια μορφή «εκλογικής οικονομίας», αξιοποιώντας σε μεγάλη έκταση τους δημόσιους πόρους. Προσλήψεις, παραχωρήσεις γης, διανομή κοινωνικών βοηθημάτων και επίσπευση δημόσιων έργων θεωρούνται από το CTP ενέργειες που προσομοιάζουν με εξαγορά εκλογικής επιρροής.
«Όσο περισσότερο καθυστερούν οι εκλογές, τόσο περισσότερος χρόνος δίνεται στο UBP για να ενισχύσει την επίδραση αυτών των μέσων», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι ο χρόνος αποτελεί σήμερα το σημαντικότερο εργαλείο του για τη δημιουργία πολιτικού πλεονεκτήματος.
Οι σχεδιασμοί για το εκλογικό σύστημα
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν στο CTP οι πρωτοβουλίες για κατάργηση του συστήματος της οριζόντιας ψηφοφορίας, καθώς και το ενδεχόμενο ταυτόχρονης διεξαγωγής «βουλευτικών» και «τοπικών εκλογών». Ο Κοράλ Ασάμ υποστηρίζει ότι η κατάργηση της οριζόντιας ψήφου δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική μεταρρύθμιση. Κατά την εκτίμησή του, στόχος του UBP είναι να περιορίσει τις εσωτερικές του αντιπαραθέσεις και να καταστήσει περισσότερο προβλέψιμη τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων.

Το υφιστάμενο σύστημα επιτρέπει στους πολίτες να επιλέγουν υποψηφίους από διαφορετικούς κομματικούς συνδυασμούς, γεγονός που επηρεάζει τις εσωτερικές ισορροπίες, ιδιαίτερα στα μεγάλα κόμματα. Η κατάργησή του, σύμφωνα με το CTP, αποσκοπεί στην καταστολή του εσωκομματικού ανταγωνισμού και στον περιορισμό των συγκρούσεων μεταξύ των διαφορετικών ομάδων εντός του UBP.
«Πρόκειται για μια προσπάθεια εκλογικής μηχανικής προς όφελος του κυβερνώντος κόμματος», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ανάλογη πολιτική σκοπιμότητα αποδίδει το CTP και στην προσπάθεια ταυτόχρονης διεξαγωγής τοπικών και «βουλευτικών εκλογών». Το UBP, σύμφωνα με τον κ. Ασάμ, επιδιώκει να μεταφέρει τη δημοτικότητα ισχυρών υποψηφίων του στην τοπική αυτοδιοίκηση προς τις «βουλευτικές εκλογές», ενώ ταυτόχρονα θα μπορεί να συγκεντρώσει την εκλογική οικονομία σε μία μεγάλη προεκλογική εκστρατεία.
Το CTP θεωρεί ότι με αυτόν τον τρόπο το εκλογικό χρονοδιάγραμμα χρησιμοποιείται ως εργαλείο πολιτικής χειραγώγησης.
Από νομικής πλευράς, όπως υποστηρίζει ο κ. Ασάμ, ούτε το λεγόμενο ανώτατο εκλογικό συμβούλιο ούτε ο Τουρκοκύπριος ηγέτης «μπορούν να εμποδίσουν την ταυτόχρονη πραγματοποίηση δύο εκλογικών διαδικασιών, καθώς κάτι τέτοιο δεν είναι αντισυνταγματικό».
Ωστόσο, έχουν προειδοποιήσει ότι η ταυτόχρονη διεξαγωγή τους θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και δεν θα απέφερε ουσιαστικό οικονομικό όφελος, λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις της εκλογικής διαδικασίας.
Το Κυπριακό στη στρατηγική του CTP
Η εσωτερική πολιτική συζήτηση στα κατεχόμενα εξελίσσεται την ώρα που το Κυπριακό επανέρχεται στη διεθνή ατζέντα. Οι προσπάθειες των Ηνωμένων Εθνών για αναζωογόνηση της διαπραγματευτικής διαδικασίας έχουν δημιουργήσει, σύμφωνα με τον κ. Ασάμ, μια νέα διπλωματική δυναμική.
Για το CTP, η επανέναρξη συνομιλιών στη βάση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα δεν αποτελεί απλώς μία διπλωματική εξέλιξη, αλλά συνδέεται με τον πυρήνα της ιστορικής και πολιτικής ταυτότητας του κόμματος.
Από την ίδρυσή του, το CTP θεωρεί την επανένωση της Κύπρου θεμελιώδη προϋπόθεση για τον εκδημοκρατισμό, την οικονομική ανάπτυξη και την ενίσχυση της διεθνούς νομιμοποίησης της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Για τον λόγο αυτό, στηρίζει τις πρωτοβουλίες των Ηνωμένων Εθνών και αντιμετωπίζει την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων ως στρατηγική ευκαιρία για το μέλλον του νησιού.
Σύμφωνα με τον Κοράλ Ασάμ, η επίλυση του Κυπριακού δεν θα επηρεάσει μόνο τις σχέσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Θα προκαλέσει επίσης μια ευρύτερη μεταμόρφωση, η οποία θα έχει άμεσο αντίκτυπο στα δημοκρατικά πρότυπα, στο κράτος δικαίου και στη λειτουργία των θεσμών στα κατεχόμενα.
«Πρόωρες εκλογές και δημοκρατική νομιμοποίηση»
Υπό αυτό το πρίσμα, το CTP δεν αντιμετωπίζει τη συζήτηση για πρόωρες «εκλογές» αποκλειστικά ως αποτέλεσμα των εσωτερικών πολιτικών ισορροπιών.
Συνδέει άμεσα τις «εκλογές» με τη δημοκρατική νομιμοποίηση που απαιτείται σε μια περίοδο κατά την οποία αναζωπυρώνεται η διεθνής κινητικότητα γύρω από το Κυπριακό.
Κατά την εκτίμηση του κόμματος, οποιαδήποτε αμφισβήτηση της δημοκρατικής νομιμοποίησης της τουρκοκυπριακής ηγεσίας θα μπορούσε να λειτουργήσει αρνητικά στην προσπάθεια για ουσιαστική επανέναρξη της διαδικασίας λύσης.
Για τον λόγο αυτό, το CTP θεωρεί τις πρόωρες «εκλογές» αναγκαίες τόσο για την εσωτερική πολιτική ομαλοποίηση όσο και για τη συμμετοχή της τουρκοκυπριακής πλευράς στις διαπραγματεύσεις με ισχυρή δημοκρατική βάση. Ο Ασάμ εκτιμά, πάντως, ότι οι πιθανότητες να οδηγήσει το UBP τα κατεχόμενα σε πρόωρες «εκλογές» υπό τις σημερινές συνθήκες παραμένουν περιορισμένες.
«Το UBP χρησιμοποιεί τον χρόνο ως πολιτικό εργαλείο, τόσο για να αντισταθμίσει τις εκλογικές του απώλειες όσο και για να αναδιαμορφώσει το εκλογικό σύστημα προς όφελός του», αναφέρει.
Για το CTP, ωστόσο, «η πολιτική και θεσμική κρίση έχει καταστήσει τις πρόωρες εκλογές αναπόφευκτη δημοκρατική ανάγκη». Η ανανέωση της λαϊκής εντολής συνδέεται, κατά τον ίδιο, όχι μόνο με τη διακυβέρνηση των κατεχομένων, αλλά και με την προοπτική επανένωσης της Κύπρου. «Το μέλλον της χώρας εξαρτάται από την αναβάθμιση των δημοκρατικών προτύπων και από τη συμμετοχή στη διεθνή διαδικασία λύσης με ισχυρή κοινωνική βούληση», καταλήγει.






