Ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου βρέθηκε σήμερα ο βουλευτής του ΔΗΣΥ, Νίκος Σύκας, στο πλαίσιο της διαδικασίας για την άρση της βουλευτικής του ασυλίας, μετά την καταγγελία που είχε υποβληθεί για υπόθεση ενδοοικογενειακής βίας, η οποία στο μεταξύ έχει αποσυρθεί.
Το Δικαστήριο όρισε όπως η διαδικασία συνεχιστεί την Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου, στις 12 το μεσημέρι.
«Η ασυλία δεν με εκφράζει, πιστεύω απόλυτα στην ισονομία. και παρόλο που η υπόθεση έχει αποσυρθεί, διευκολύνω πλήρως την δικαιοσύνη», είπε στους δημοσιογράφους ο βουλευτής.
Δικηγόρος του Νίκου Σύκα στην υπόθεση είναι ο Χρήστος Πουργουρίδης, ο οποίος ζήτησε χρόνο για να σχολιάσει γραπτώς κάποια θέματα, παρόλο που ανέφερε ότι δεν έχει ένσταση για άρση της ασυλίας του πελάτη του.
Ο βοηθός Γενικός Εισαγγελέας Σάββας Αγγελίδης ανέφερε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η αίτηση για άρση της βουλευτικής ασυλίας δεν είναι αυθαίρετη, αλλά στηρίζεται στον νόμο, στη νομολογία και στα πραγματικά δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με ενόρκως κατατεθειμένο υλικό.
Τόνισε ότι το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καλείται να εξετάσει την επάρκεια ή την αξιοπιστία του μαρτυρικού υλικού, ούτε να κρίνει την ενοχή ή αθωότητα οποιουδήποτε, αλλά μόνο να αποφασίσει αν πληρούνται οι συνταγματικές και νομικές προϋποθέσεις για την άρση της ασυλίας, η οποία ζητείται για σκοπούς διερεύνησης, ανάκρισης, σύλληψης και ενδεχόμενης δίωξης, στο πλαίσιο του δημόσιου συμφέροντος. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι δεν τίθεται θέμα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας του υπόπτου.
Όπως ανέφερε, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της ανακρίτριας που κατατέθηκε, περιγράφονται πράξεις ψυχολογικής και σωματικής βίας στο πλαίσιο ιδιαίτερων προσωπικών σχέσεων, οι οποίες εμπίπτουν στα αδικήματα βίας κατά των γυναικών. «Τα αδικήματα αυτά τιμωρούνται με ποινές άνω των δύο ετών, δεν συνδέονται με την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων και από τα δεδομένα δεν προκύπτει οποιαδήποτε ένδειξη πολιτικού κινήτρου» ανέφερε χαρακτηριστικά ο κύριος Αγγελίδης
Υπογράμμισε ότι όλοι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και ότι, εφόσον υπάρχει υπό διερεύνηση υπόθεση, ο μηχανισμός της ποινικής δικαιοσύνης πρέπει να μπορεί να λειτουργήσει κανονικά. Σε σχέση με το γεγονός ότι η καταγγελία έχει αποσυρθεί, ανέφερε ότι αυτό δεν τερματίζει την υποχρέωση των διωκτικών αρχών να διερευνήσουν, ούτε εξαρτάται η ποινική διαδικασία αποκλειστικά από τη βούληση του θύματος, παραπέμποντας στις πρόνοιες της νομοθεσίας για την προστασία των θυμάτων βίας κατά των γυναικών.






