Κάθε χρόνο, η 3η Μαΐου, Παγκόσμια Ημέρα Ελευθερίας του Τύπου, συνοδεύεται από δηλώσεις Αρχών. Έτσι και φέτος. Διά του κυβερνητικού της εκπροσώπου, η κυβέρνηση, επαναβεβαίωσε «τον απόλυτο σεβασμό της στον θεσμικό ρόλο των δημοσιογράφων, στην ανεξαρτησία των Μέσων Ενημέρωσης και στο δικαίωμα των πολιτών να ενημερώνονται ελεύθερα, πλουραλιστικά και αξιόπιστα». Η Δημοκρατία, πρόσθεσε στην τοποθέτησή του ο Κωνσταντίνος Λετυμπιώτης, «χρειάζεται τον έλεγχο, την κριτική, την έρευνα, την αποκάλυψη, την αντίθετη άποψη. Χρειάζεται δημοσιογράφους που μπορούν να εργάζονται χωρίς φόβο, χωρίς πιέσεις, χωρίς απειλές και χωρίς θεσμικά εμπόδια».
Πρόκειται για λόγια σωστά που θα έπρεπε να ήταν αυτονόητα σε μια ευρωπαϊκή χώρα. Η πραγματικότητα, δυστυχώς, μας χαλάει την εικόνα. Στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου της ΜΚΟ «Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα», η χώρα μας παρουσιάζεται σε ελεύθερη πτώση. Την τελευταία πενταετία, υποχώρησε δέκα θέσεις και πλέον συγκρίνεται με τα κατεχόμενα. Η ΚΔ βρίσκεται στην 80ή θέση και τα κατεχόμενα, όπου δημοσιογράφοι βρίσκονται υπό διωγμό, είναι στην 82η. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ένωσης Συντακτών η Κύπρος, μαζί με την Ελλάδα, είναι στον πάτο της αξιολόγησης των ευρωπαϊκών χωρών.
Η σταθερή πτώση της Κύπρου στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαία. Οι δημοσιογράφοι αισθάνονται στο πετσί τους αυτή την επί τα χείρω μεταβολή κατά την καθημερινή άσκηση του επαγγέλματός τους. Τις κλειστές πόρτες στην πληροφόρηση. Τα θεσμικά εμπόδια, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του κ. Λετυμπιώτη. Μετά από πάλη πολλών χρόνων, δεκαετίες θα λέγαμε, οι δημοσιογράφοι στη χώρα μας, όπως και όλοι οι πολίτες, λόγω και της εφαρμογής του κεκτημένου με την είσοδο στην ΕΕ, είχαν κερδίσει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφόρηση στη δημόσια υπηρεσία. Μπορούσαν να σηκώσουν το τηλέφωνο και να μιλήσουν εύκολα με δημόσιους λειτουργούς, να λάβουν πληροφόρηση για τα όσα διαμείβονται σε τεχνοκρατικό επίπεδο και να ενημερώσουν με τη σειρά τους τους πολίτες για τα τεκταινόμενα και τις εξελίξεις σε θέματα γενικού ενδιαφέροντος.
Τα τελευταία τρία χρόνια αυτό δεν συμβαίνει. Σε κανένα υπουργείο. Οι δημόσιοι λειτουργοί, ακόμη και οι υψηλόμισθοι διευθυντές, για το πιο απλό θέμα, π.χ. τις φετινές συνθήκες σε σχέση με την έξαρση και την καταπολέμηση των κουνουπιών ενόψει του καλοκαιριού ή τους αριθμούς των επιβατών στα λεωφορεία ή τις επικείμενες αλλαγές σε σχέση με μονοδρομήσεις ή τις εξελίξεις για τους Takata, παραπέμπουν στους λειτουργούς Τύπου των υπουργείων. Αυτοί με τη σειρά τους ζητούν γραπτές ερωτήσεις και αφού αυτές φιλτραριστούν από τον/την υπουργό, κι αφαιρεθούν τα όσα μπορεί να πλήττουν το προφίλ της κυβέρνησης, επιστρέφονται απαντημένες. Συνήθως με μεγάλη καθυστέρηση. Αυτή η πρακτική, από την παρούσα κυβέρνηση, που οδηγεί στον ευνουχισμό των δημοσίων υπαλλήλων και στον έλεγχο του δημοσιογραφικού περιεχομένου, είναι όχι μόνο απαράδεκτη αλλά αντιδημοκρατική.
Η προστασία της ελευθεροτυπίας, λοιπόν, δεν εξαντλείται σε δηλώσεις Αρχών. Προϋποθέτει ουσιαστική πρόσβαση στην πληροφορία. Χωρίς αυτήν, κι είναι προφανές πως οι κυβερνώντες εδώ επενδύουν, η λογοδοσία της εκτελεστικής εξουσίας καθίσταται σχεδόν αδύνατη.







