Ξέρω ότι θα τον βρω εκεί κάθε φορά που πάω στο κοιμητήριο. Στο ίδιο μέρος. Πάνω από τον ίδιο τάφο. Τον τάφο της κόρης του. Οι τάφοι φαίνονται πιο μελαγχολικοί στην καυτή ζέστη του Ιουνίου που μας χτυπάει κατακέφαλα. Σαν να περιμένουν τους επισκέπτες τους. Με αναγνώρισε μόλις με είδε ο κύριος Σαλίχ. Πάλι τον ρώτησα αυτό που τον ρωτούσα πάντα. «Πόσος καιρός πήγε;». «9 χρόνια, 6 μήνες και 14 μέρες», είπε. «Άρα τόσο καιρό είσαι πάντα εδώ». «Ναι», είπε. Δεν έλειψε έστω και μια μέρα από το προσκέφαλο της κόρης του. Δεν την άφησε ποτέ μόνη. «Πόσων χρονών είσαι;». «62», είπε.
Είχε σταματήσει ο χρόνος γι' αυτόν την ημέρα που συνέβη εκείνο το τραγικό δυστύχημα στον δρόμο του βουνού το 2016. Είχαν σταματήσει τα ρολόγια. Η ζωή είχε σταματήσει ουσιαστικά. Είχε χάσει τη γλυκύτατη, ωραιότατη κόρη του, Ιλιάντα. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Την κήδευσε και από εκείνη την ημέρα δεν έφυγε καθόλου από τον τάφο της. Τον πρώτο καιρό έμενε εκεί και τα βράδια. Μέχρι τώρα δεν υπήρξε κανείς άλλος που βίωσε έτσι τον πόνο στην ιστορία της Κύπρου. Δεν άκουσα κάτι τέτοιο και στον κόσμο όλο. Κατέφυγε στη σκιά των δέντρων. «Εγώ φύτεψα αυτά τα δέντρα», είπε, «τα λένε λεμονοκυπάρισσα. Κόψε και δες αν θέλεις, μυρίζουν λεμόνι». Έκοψα. Μύρισα. Μυρίζει λεμόνι. Τα τέσσερα δέντρα μεγάλωσαν μέσα σε εννιά χρόνια. Έγιναν χώρος για σκιά γι' αυτόν. «Τι σκέφτεσαι όταν κάθεσαι μόνος εδώ», τον ρώτησα. «Είμαι ήρεμος δίπλα στην κόρη μου, δεν σκέφτομαι τίποτα», είπε. «Πηγαινοέρχονται οι κηδείες εδώ, κλάματα, ταφές των αγαπημένων νεκρών. Τι νιώθεις;». «Όλοι μας θα πεθάνουμε μια μέρα», είπε.
Πήγαινα σε μια κηδεία. Στην κηδεία της αγαπητής Λίλα. Στην κηδεία του Εβρίμ. Πόσοι πολλοί πεθαίνουμε. «Πόσο λιγοστέψαμε», λένε για τους Κυπρίους και παραξενεύομαι. Ναι, λιγοστέψαμε τόσο πολύ που ο θάνατος ενός από εμάς σαν να είναι θάνατος όλων μας. Η αγαπητή Λίλα πώς μας άφησε και έφυγε αναπάντεχα. Η κόρη μου, Ελβάν, έγραψε πως «σαν να βαρέθηκε, βρόντηξε την πόρτα και έφυγε». Έφυγε λέγοντας πως «σε αυτή τη χώρα υπάρχει κατοχή, τίποτε άλλο δεν πιστεύω». «Γνωρίζεις τον Ατζιάρ;», με ρώτησε. «Ο Ατζιάρ είναι ο πιο στενός μου φίλος», είπα. Αμέσως κατάλαβα γιατί ρώτησε. Με τον Ατζιάρ είχαν γίνει δύο άτομα πλέον σε αυτό το κοιμητήριο εδώ και ενάμιση χρόνο. Ο Ατζιάρ είχε χάσει την αγαπητή του σύζυγο, Γιοντζιά. Και καιρό τώρα δεν είχε αφήσει ποτέ μόνη τη Γιοντζιά του σε εκείνο το κοιμητήριο. Πηγαίνει στον τάφο της, μιλάει μαζί της, μοιράζεται τα ντέρτια του. Όμως, πλέον δεν παίρνει απαντήσεις σε αυτά που της λέει. Ερχόταν ένα περιστέρι και καθόταν στον τάφο. Από τότε που έχασε τη Γιοντζιά του δεν μπόρεσε να πιάσει ξανά στα χέρια του την κιθάρα ο Ατζιάρ, ο οποίος συνέθετε μουσική με την κιθάρα του και μας έλεγε με νότες πως «πίσω από ποιο βουνό είναι η ελπίδα». Το πιο πολύτιμο περιουσιακό του στοιχείο τώρα ήταν μια τούφα από τα ξανθά μαλλιά του άψυχου σώματος της Γιοντζιά.
Σε αυτό το κοιμητήριο βρίσκονται και η μητέρα μου και τα δύο μου μεγαλύτερα αδέλφια και δύο θείοι μου. Τι τόπος είναι αυτός…
Ξαφνικά βλέπω τον τάφο του ποιητή Φικρέτ Ντεμίραγ. Του Οζκέρ Οζγκιούρ. Του Ραΐφ Ντενκτάς. Του Αϊχάν Χικμέτ, του Αχμέτ Γκιουρκάν. Είναι όλοι μαζί εδώ, δολοφόνοι και δολοφονημένοι. Σε αυτό τον χώρο.
Δεν είναι εύκολο να αποχαιρετήσω τον Σαλίχ Όζτουρκ. Κάπως δεν μπορώ να τον αφήσω εκεί και να φύγω. «Θα ξανάρθω», λέω. Εκείνος πηγαινοέρχεται από την Ομορφίτα. Σταμάτησε ο χρόνος γι' αυτόν πριν από 9 χρόνια, 6 μήνες και 14 μέρες. Σταμάτησαν τα πάντα. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από τα φύλλα που θροΐζουν στον αέρα και τα τιτιβίσματα των πουλιών. Μια αιώνια σκοπιά. Στο προσκέφαλο του τάφου της Ιλιάντα.







