Σε κλοιό έντονης αφρικανικής σκόνης παραμένει η Κύπρος, με τις αρχές να προειδοποιούν, ότι και σήμερα τα επίπεδα στην ατμόσφαιρα θα παραμείνουν ιδιαίτερα υψηλά, συνεχίζοντας να ταλαιπωρούν τους πολίτες και να δοκιμάζουν τις αντοχές του συστήματος. Σύμφωνα με τη Μετεωρολογική Υπηρεσία, το φαινόμενο όχι μόνο δεν υποχωρεί άμεσα, αλλά παρουσιάζει και κορύφωση, με τις συγκεντρώσεις αιωρούμενων σωματιδίων να ξεπερνούν κατά πολύ τα επιτρεπτά όρια. Οι αρμόδιες υπηρεσίες κάνουν λόγο για ένα από τα πιο σοβαρά επεισόδια των τελευταίων ετών, καλώντας το κοινό να περιορίσει τις μετακινήσεις και να λάβει αυστηρά μέτρα προστασίας.
Το Υπουργείο Υγείας απευθύνει σαφείς οδηγίες προς τους πολίτες, τονίζοντας την ανάγκη αποφυγής άσκοπων μετακινήσεων, περιορισμού της έκθεσης σε εξωτερικούς χώρους και χρήσης προστατευτικής μάσκας υψηλής απόδοσης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις ευάλωτες ομάδες, άτομα με αναπνευστικά και καρδιολογικά προβλήματα, παιδιά και ηλικιωμένους, οι οποίοι καλούνται να παραμένουν σε εσωτερικούς χώρους και να επικοινωνούν άμεσα με τον γιατρό τους σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων. Παράλληλα, το υπουργείο καλεί το κοινό να αποφεύγει τη σωματική άσκηση σε ανοικτούς χώρους, να προτιμά κλιματιζόμενους και καλά αεριζόμενους χώρους και να χρησιμοποιεί προστατευτικά μέσα. Αντίστοιχες είναι και οι οδηγίες του Υπουργείου Εργασίας, το οποίο υπενθυμίζει, ότι οι εργοδότες οφείλουν να λαμβάνουν μέτρα προστασίας για τους εργαζόμενους, ιδιαίτερα σε εξωτερικούς χώρους, όπως παροχή κατάλληλων μασκών και περιορισμό της έκθεσης όπου είναι εφικτό.
Στους δρόμους… χωρίς προστασία
Παρά τις σαφείς οδηγίες των αρμόδιων αρχών για αποφυγή έκθεσης, η πραγματικότητα στους δρόμους ήταν διαφορετική. Εικόνες που κυκλοφόρησαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δείχνουν εργαζόμενους σε εξωτερικούς χώρους, όπως διανομείς φαγητού και εργάτες, να συνεχίζουν κανονικά την εργασία τους, σε πολλές περιπτώσεις χωρίς τον απαραίτητο εξοπλισμό προστασίας. Το γεγονός αυτό επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της εφαρμογής των οδηγιών στην πράξη, αλλά και των ευθυνών εργοδοτών και κράτους για την προστασία των εργαζομένων. Η αντίφαση ανάμεσα στις συστάσεις και στην καθημερινότητα καταγράφεται έντονα, εντείνοντας την ανησυχία για τις πραγματικές συνθήκες εργασίας εν μέσω τέτοιων φαινομένων.
Στις τάξεις με κλειστά παράθυρα
Η χθεσινή ημέρα αποτύπωσε με τον πιο έντονο τρόπο τις επιπτώσεις του φαινομένου στην καθημερινότητα, με τα σχολεία να λειτουργούν υπό πρωτόγνωρες συνθήκες. Μαθητές παρέμειναν στις τάξεις, με κλειστά παράθυρα και χωρίς δυνατότητα εξαερισμού, ενώ οι αυλές και οι εξωτερικοί χώροι έμειναν ουσιαστικά ανενεργοί. Παράλληλα, ακυρώθηκαν προγραμματισμένες εκδρομές, σχολικοί αγώνες και άλλες εξωσχολικές δραστηριότητες, καθώς κρίθηκε επικίνδυνη η παραμονή των παιδιών σε ανοικτούς χώρους. Το σκηνικό αυτό προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από γονείς και εκπαιδευτικούς, οι οποίοι υποστήριξαν, ότι τα σχολεία θα έπρεπε να είχαν παραμείνει κλειστά. Όπως σημείωναν, η παραμονή παιδιών σε κλειστές αίθουσες χωρίς επαρκή αερισμό δεν αποτελεί λύση, ιδιαίτερα όταν τα επίπεδα σκόνης είναι τόσο αυξημένα.
Σπάνιο και έντονο επεισόδιο
Όπως ανέφερε στον «Π» ο μετεωρολογικός λειτουργός Παναγιώτης Γεωργίου, το φαινόμενο οφείλεται σε ατμοσφαιρικές διαταραχές στην περιοχή της Λιβύης, όπου επικρατούν συνθήκες χαμηλής πίεσης. Οι συνθήκες αυτές ευνοούν την ανύψωση μεγάλων ποσοτήτων σκόνης στην ατμόσφαιρα, η οποία μεταφέρεται μέσω των ανέμων προς την Ανατολική Μεσόγειο και την Κύπρο. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι υψηλότερες συγκεντρώσεις καταγράφονται σήμερα, με την κατάσταση να αναμένεται να βελτιωθεί σταδιακά από το βράδυ. Ειδικότερα, τα επίπεδα σκόνης εκτιμάται, ότι θα υποχωρήσουν από το επίπεδο 4 που παρατηρείται σήμερα, σε επίπεδα 2 με 3 αύριο, ενώ περαιτέρω βελτίωση αναμένεται από το βράδυ του Σαββάτου προς την Κυριακή, όταν και ο ουρανός αναμένεται να καθαρίσει. Η σκόνη επηρεάζει το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού και γίνεται αισθητή σε όλες τις περιοχές της Κύπρου, με εντονότερες επιπτώσεις σε ευάλωτες ομάδες, όπως άτομα με αναπνευστικά προβλήματα. Επιστημονικοί κύκλοι κάνουν λόγο για ένα ιδιαίτερα σοβαρό επεισόδιο σκόνης, το οποίο δεν εμφανίζεται συχνά με τέτοια ένταση, ενώ οι μετρήσεις καταδεικνύουν σημαντική υπέρβαση των επιτρεπτών ορίων σε διάφορους σταθμούς παρακολούθησης της ποιότητας του αέρα.
Επιπτώσεις στην υγεία και κίνδυνοι
Η αφρικανική σκόνη δεν αποτελεί απλώς μια ενόχληση, αλλά ένα σοβαρό ζήτημα δημόσιας υγείας. Τα αιωρούμενα μικροσωματίδια που περιέχει, είναι ιδιαίτερα λεπτά, με αποτέλεσμα να εισχωρούν βαθιά στο αναπνευστικό σύστημα. «Η εισπνοή αυτών των μικροσωματιδίων μπορεί να προκαλέσει άμεσα συμπτώματα, όπως βήχα, δύσπνοια, ερεθισμό στα μάτια και τη μύτη, αλλά και να επιδεινώσει ήδη υπάρχουσες παθήσεις», επισημαίνει σε δηλώσεις της στον «Π» η προσωπική γιατρός δρ. Μαρία Αποστολίδου. Όπως εξηγεί, «ιδιαίτερα ευάλωτοι είναι οι ασθενείς με άσθμα, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια και καρδιολογικά προβλήματα, καθώς η έκθεση μπορεί να οδηγήσει σε επιδείνωση της κατάστασής τους ή ακόμη και σε ανάγκη νοσηλείας». Η δρ. Αποστολίδου τονίζει, ότι οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται μόνο στο αναπνευστικό σύστημα, καθώς «τα μικροσωματίδια της σκόνης είναι τόσο μικρά, που δεν φιλτράρονται εύκολα από τον οργανισμό, με αποτέλεσμα να παραμένουν στους πνεύμονες και να προκαλούν φλεγμονές». Όπως σημειώνει, η σκόνη μεταφέρει παράλληλα τοξικές ουσίες, βακτήρια και μύκητες, επιβαρύνοντας περαιτέρω την υγεία. «Διεθνείς μελέτες έχουν δείξει, ότι σε περιόδους με υψηλές συγκεντρώσεις σκόνης καταγράφεται αύξηση των θανάτων, κυρίως από καρδιολογικά και πνευμονολογικά αίτια, ιδιαίτερα όταν η έκθεση είναι παρατεταμένη», σημειώνει, υπογραμμίζοντας τη σοβαρότητα του φαινομένου. «Σε περιόδους με αυξημένες συγκεντρώσεις σκόνης βλέπουμε συχνότερα περιστατικά απορρύθμισης χρόνιων νοσημάτων, αλλά και αύξηση των επισκέψεων στα Τμήματα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών», αναφέρει, προσθέτοντας ότι ακόμη και υγιή άτομα μπορεί να παρουσιάσουν συμπτώματα μετά από παρατεταμένη έκθεση. Σε ό,τι αφορά τα μέτρα προστασίας, η δρ. Αποστολίδου υπογραμμίζει, ότι «το πιο σημαντικό είναι ο περιορισμός της έκθεσης. Οι πολίτες πρέπει να αποφεύγουν τις εξόδους, να χρησιμοποιούν μάσκες υψηλής προστασίας, όταν είναι απαραίτητο να μετακινηθούν και να παραμένουν σε κλιματιζόμενους χώρους». Παράλληλα, συστήνει ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά και στους ηλικιωμένους, σημειώνοντας, ότι «σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων δεν πρέπει να υπάρχει καθυστέρηση στην επικοινωνία με γιατρό».







