Η αγορά εργασίας αλλάζει με ρυθμούς ταχύτερους από ποτέ. Η ψηφιακή μετάβαση, η τεχνητή νοημοσύνη, η πράσινη οικονομία και οι τεχνολογικές εξελίξεις, μετασχηματίζουν διαρκώς τα επαγγέλματα και δημιουργούν νέες απαιτήσεις σε γνώσεις και δεξιότητες. Σε αυτό το περιβάλλον, το ζήτημα της σύνδεσης της εκπαίδευσης με τις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας βρίσκεται όλο και πιο ψηλά στην ευρωπαϊκή ατζέντα.
Το θέμα βρέθηκε στο επίκεντρο του διεθνούς συνεδρίου «Άνθρωποι, Δεξιότητες και Συνεργασίες: Παραδίδοντας μεταρρυθμίσεις για επαγγελματική κατάρτιση και εκπαίδευση στη Μεσόγειο», που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της κυπριακής προεδρίας της ΕΕ και το οποίο παρακολούθησε ο «Π». Μέσα από τις τοποθετήσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων, ειδικών και εκπροσώπων εκπαιδευτικών οργανισμών, αναδείχθηκε μια κοινή διαπίστωση: Οι δεξιότητες αποτελούν πλέον το κλειδί για την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών και την απασχολησιμότητα των πολιτών.
Το μεγάλο στοίχημα
Σε συνέντευξή της στον «Π», η διευθύντρια του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Εκπαίδευσης (European Training Foundation - ETF), δρ Πίλβι Τόρστι, περιέγραψε τον ρόλο του οργανισμού ως του μοναδικού στην ΕΕ που δραστηριοποιείται εκτός των κρατών μελών της, εστιάζοντας στην ανάπτυξη του ανθρώπινου κεφαλαίου μέσω της εκπαίδευσης και των αγορών εργασίας. Όπως εξήγησε, το ETF παρακολουθεί τα εκπαιδευτικά συστήματα, αναλύει τις μελλοντικές ανάγκες σε δεξιότητες, στηρίζει μεταρρυθμίσεις και συμβάλλει στη διαμόρφωση πολιτικών που συνδέουν την εκπαίδευση με την οικονομία. «Στόχος είναι να φέρουμε πιο κοντά τις ανάγκες της αγοράς εργασίας και την εκπαίδευση», ανέφερε.
Η ίδια σημείωσε ότι η Κύπρος παρουσιάζει θετική εικόνα σε ό,τι αφορά την ανεργία, σε σύγκριση με πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ωστόσο, επεσήμανε ότι οι ανάγκες που δημιουργούν η πράσινη και η ψηφιακή μετάβαση απαιτούν ολοένα περισσότερο εξειδικευμένο και κατάλληλα καταρτισμένο εργατικό δυναμικό. Η δρ Τόρστι απέφυγε να υποδείξει συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις για την Κύπρο, τονίζοντας ότι κάθε χώρα διαθέτει τη δική της ιστορική και εκπαιδευτική διαδρομή. «Αυτό που έχει σημασία είναι να κατανοηθούν οι ανάγκες της αγοράς εργασίας και στη συνέχεια να εξεταστεί πώς μπορεί η εκπαίδευση να προσαρμοστεί και να εξελιχθεί ώστε να ανταποκριθεί σε αυτές τις ανάγκες», ανέφερε.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι το ζητούμενο παραμένει η ουσιαστική σύνδεση εκπαίδευσης και απασχόλησης. «Το ζητούμενο είναι να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ εκπαίδευσης και απασχόλησης, ώστε οι δύο τομείς να λειτουργούν πιο στενά συνδεδεμένοι».
Από τα πτυχία στις δεξιότητες
Οι αλλαγές στην αγορά εργασίας επαναφέρουν στο προσκήνιο τη συζήτηση γύρω από τη συνεχή αναβάθμιση γνώσεων και δεξιοτήτων. Η δρ Τόρστι σημείωσε ότι πολλοί εργαζόμενοι διαθέτουν ήδη ακαδημαϊκά προσόντα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι καλύπτουν τις νέες ανάγκες που δημιουργούνται στην οικονομία. «Πολλοί άνθρωποι διαθέτουν ήδη πανεπιστημιακά πτυχία, αλλά ενδέχεται να χρειάζονται συντομότερα, στοχευμένα προγράμματα κατάρτισης, ώστε να ανταποκρίνονται στις εξελισσόμενες ανάγκες της αγοράς εργασίας», ανέφερε, κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στην επανειδίκευση (reskilling), την αναβάθμιση δεξιοτήτων (upskilling), την εκπαίδευση ενηλίκων και τα micro-credentials.
Παρομοίως, η δρ Βενετία Παπά, επίκουρη καθηγήτρια Δημοσιογραφίας και Ψηφιακών Μέσων στο ΤΕΠΑΚ, υποστήριξε ότι το βασικό ζητούμενο σήμερα δεν είναι απλώς η πρόσβαση στην τεχνολογία, αλλά η δυνατότητα αξιοποίησής της προς όφελος των νέων επαγγελματικών προοπτικών.
Παρά το γεγονός ότι οι νέοι αποκτούν δεξιότητες στη χρήση ψηφιακών εργαλείων, στη δημιουργία περιεχομένου και στις εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, εξακολουθούν να καταγράφονται φαινόμενα ανεργίας, υποαπασχόλησης και επισφαλών μορφών εργασίας. «Η πρόκληση δεν είναι απλώς η ψηφιακή πρόσβαση. Η πρόκληση είναι η μετατροπή των ψηφιακών δεξιοτήτων σε ουσιαστικές ευκαιρίες», τόνισε.
Σύμφωνα με την ίδια, η τεχνολογική γνώση πρέπει να συνδυάζεται με αναλυτική σκέψη, ικανότητα προσαρμογής και ουσιαστική κατανόηση του ψηφιακού περιβάλλοντος, ενώ ιδιαίτερη σημασία αποκτούν πλέον ο μιντιακός γραμματισμός (media literacy) και ο γραμματισμός στην τεχνητή νοημοσύνη (AI literacy).
Δεξιότητες που δεν παλιώνουν
Η ταχύτητα με την οποία μεταβάλλονται οι τεχνολογίες δημιουργεί ένα νέο ερώτημα: Ποιες δεξιότητες παραμένουν χρήσιμες σε βάθος χρόνου; Η δρ Τόρστι υποστήριξε ότι, παρότι η εξειδικευμένη τεχνική γνώση παραμένει απαραίτητη, οι βασικές ικανότητες είναι εκείνες που επιτρέπουν στους ανθρώπους να προσαρμόζονται στις διαρκείς αλλαγές. «Συγκεκριμένες τεχνικές δεξιότητες μπορεί να καταστούν ξεπερασμένες ακόμη και πριν ένας σπουδαστής ολοκληρώσει ένα πρόγραμμα, όμως οι βασικές ικανότητες παραμένουν επίκαιρες και διευκολύνουν την επανειδίκευση και την αναβάθμιση δεξιοτήτων καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής», ανέφερε.
Αντίστοιχα, η Αναστασία Πούλιου από το CEDEFOP, επισήμανε ότι η επαγγελματική εκπαίδευση δεν εστιάζει πλέον αποκλειστικά στις τεχνικές και επαγγελματικές γνώσεις. Αυξανόμενη σημασία, εξήγησε, αποκτούν οι οριζόντιες δεξιότητες, όπως η επίλυση προβλημάτων, η κριτική σκέψη, η επικοινωνία και η προσαρμοστικότητα, οι οποίες θεωρούνται απαραίτητες σε ένα περιβάλλον που μεταβάλλεται συνεχώς. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ευρωπαϊκές τάσεις στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, πρόσθεσε.
Επαγγελματικές σχολές
Η αλλαγή δεν αφορά μόνο το περιεχόμενο των σπουδών αλλά και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Ο Γιώργος Ζήσιμος, προϊστάμενος της Μονάδας Συμβουλευτικής Πολιτικής για την Ανάπτυξη Ανθρώπινου Κεφαλαίου του ETF, σημείωσε ότι οι επαγγελματικές σχολές έχουν αλλάξει σημαντικά σε σύγκριση με εκείνες που λειτουργούσαν πριν από τρεις δεκαετίες. Η είσοδος νέων τεχνολογιών, η τεχνητή νοημοσύνη, οι αναβαθμισμένες υποδομές, τα νέα προγράμματα σπουδών και οι στενότερες συνεργασίες με τις επιχειρήσεις έχουν αλλάξει τον χαρακτήρα της επαγγελματικής εκπαίδευσης. «Σε πολλές περιπτώσεις, δεν είναι πλέον απλώς σχολεία. Έχουν μετατραπεί σε οικοσυστήματα δεξιοτήτων», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Όπως εξήγησε, σε αυτά τα οικοσυστήματα συμμετέχουν επιχειρήσεις, τοπικές κοινότητες, πανεπιστήμια, ερευνητικά ιδρύματα, επιμελητήρια, τομεακά συμβούλια δεξιοτήτων, νέοι και κρατικοί φορείς.
Από πλευράς της, η Αναστασία Πούλιου περιέγραψε την επαγγελματική αριστεία (vocational excellence) ως μιαν έννοια που συνδέεται άμεσα με την καινοτομία, την ευελιξία, την εξατομικευμένη μάθηση και την ανάπτυξη τέτοιων συνεργατικών οικοσυστημάτων. Παράλληλα, σημείωσε ότι σε όλη την Ευρώπη αξιοποιούνται ολοένα περισσότερο περιβάλλοντα προσομοίωσης, εφαρμογές εικονικής πραγματικότητας και μέθοδοι αξιολόγησης που βασίζονται στην πραγματική εργασιακή εμπειρία.
Εργαλεία προσαρμογής
Η ανάγκη για συνεχή αναβάθμιση γνώσεων επαναφέρει στο προσκήνιο τόσο τη μαθητεία όσο και τη δια βίου μάθηση. Σύμφωνα με τη δρα Τόρστι, τα πιο επιτυχημένα εκπαιδευτικά συστήματα είναι εκείνα που δημιουργούν ισχυρές βάσεις από τα πρώτα στάδια της εκπαίδευσης και ταυτόχρονα παρέχουν ευέλικτες ευκαιρίες μάθησης σε όλη τη διάρκεια της ζωής. Ιδιαίτερη βαρύτητα απέδωσε στα micro-credentials και στις σύντομες μορφές κατάρτισης, που επιτρέπουν στους εργαζομένους να ανανεώνουν τις γνώσεις τους ανάλογα με τις ανάγκες της οικονομίας. Παράλληλα, αναφέρθηκε και στα διαφορετικά μοντέλα μαθητείας που εφαρμόζονται στην Ευρώπη.
Όπως εξήγησε, στη Φινλανδία λειτουργούν δύο διαφορετικές διαδρομές μαθητείας, μία για νέους και μία για ενήλικες που επιθυμούν αλλαγή επαγγελματικής πορείας. «Και στις δύο περιπτώσεις οι μαθητευόμενοι αμείβονται», ανέφερε, εξηγώντας ότι το ύψος και ο τρόπος αμοιβής διαφέρει ανάλογα με την εμπειρία και τις δεξιότητες των συμμετεχόντων.
Δημογραφικό και απασχόληση
Η συζήτηση για τις δεξιότητες συνδέθηκε και με τις δημογραφικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρώπη. Η δρ Τόρστι υπενθύμισε ότι το νέο Σύμφωνο για τη Μεσόγειο, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ενδυνάμωση των γυναικών και στη μεγαλύτερη συμμετοχή τους στην αγορά εργασίας.
Όπως επεσήμανε, σε αρκετές χώρες της Μεσογείου οι νεανικοί πληθυσμοί συνυπάρχουν με χαμηλά ποσοστά απασχόλησης των γυναικών, ενώ παράλληλα η Ευρώπη αντιμετωπίζει τη γήρανση του πληθυσμού και τη σταδιακή συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού. «Γίνεται ολοένα και πιο σημαντικό να αξιοποιείται πλήρως το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό, και αυτό σημαίνει τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες», τόνισε.
Στροφή στις τεχνικές
Σημαντικό ενδιαφέρον παρουσίασε και το παράδειγμα του Μαυροβουνίου, το οποίο παρουσίασε ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής του Υπουργείου Παιδείας, Επιστήμης και Καινοτομίας της χώρας, Μάρκο Βουκάσινοβιτς. Όπως ανέφερε, το Μαυροβούνιο έχει υιοθετήσει νέα στρατηγική μεταρρύθμισης της εκπαίδευσης με ορίζοντα το 2035, επενδύοντας σε υποδομές, πρακτική μάθηση και εκσυγχρονισμό των προγραμμάτων σπουδών.
Ο ίδιος δήλωσε εντυπωσιασμένος όταν διαπίστωσε ότι φέτος, για πρώτη φορά, ένα από τα πιο γνωστά σχολεία γενικής εκπαίδευσης της πρωτεύουσας δεν κάλυψε όλες τις διαθέσιμες θέσεις κατά την πρώτη φάση εγγραφών, την ώρα που οι επαγγελματικές σχολές προσέλκυσαν αυξημένο ενδιαφέρον.
«Αυτό μας λέει κάτι σημαντικό», ανέφερε, αποδίδοντας την εξέλιξη αυτή σε πιο συναφή προγράμματα σπουδών, καλύτερα εξοπλισμένα σχολεία, αναβαθμισμένες υποδομές και ισχυρότερη διασύνδεση με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας.
Κυπριακή πραγματικότητα
Οι ευρωπαϊκές συζητήσεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία υπό το πρίσμα των εξελίξεων που καταγράφονται ήδη στην Κύπρο. Σύμφωνα με ρεπορτάζ του «Π», το αυξημένο ενδιαφέρον των μαθητών για φοίτηση στις τεχνικές σχολές δημιουργεί πλέον και νέες προκλήσεις, καθώς οι διαθέσιμες θέσεις δεν επαρκούν για να καλύψουν τη ζήτηση. Σε δηλώσεις του στον «Π», ο διευθυντής Μέσης Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, Ηλίας Μαρκάτζης, επιβεβαίωσε ότι η εικόνα αυτή καταγράφεται τα τελευταία δύο με τρία χρόνια.
«Πρόκειται για ένα θετικό και θεμιτό φαινόμενο», ανέφερε, εξηγώντας ότι οι προσπάθειες ανάδειξης της Τεχνικής Εκπαίδευσης και των τεχνικών επαγγελμάτων φαίνεται να αποδίδουν καρπούς. Όπως σημείωσε, η αγορά εργασίας εξακολουθεί να έχει σημαντικές ανάγκες σε ειδικότητες όπως οι ηλεκτρολόγοι, οι υδραυλικοί και άλλοι τεχνίτες, ενώ ορισμένα επαγγέλματα αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο συρρίκνωσης, παρά την αυξημένη ζήτηση. Την ίδια στιγμή, όμως, η επιτυχία αυτή δημιουργεί πίεση στο σύστημα.
«Η αύξηση της ζήτησης μάς οδηγεί στο να απορρίπτουμε μαθητές, πολλές φορές άριστους μαθητές, επειδή δεν υπάρχουν διαθέσιμες θέσεις», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Εκπαίδευση του αύριο
Η συζήτηση γύρω από την επαγγελματική εκπαίδευση έχει πλέον μετατοπιστεί πέρα από το παραδοσιακό δίλημμα της επιλογής μεταξύ ακαδημαϊκής και τεχνικής κατεύθυνσης. Στο επίκεντρο βρίσκεται η ανάπτυξη δεξιοτήτων που μπορούν να ανανεώνονται διαρκώς, η αποτελεσματική σύνδεση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες των επιχειρήσεων και η δημιουργία ευέλικτων διαδρομών μάθησης καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής.
Σε μια περίοδο όπου η αγορά εργασίας μεταβάλλεται ταχύτερα από ποτέ, η Τεχνική και Επαγγελματική Εκπαίδευση φαίνεται να αποκτά έναν ολοένα πιο κεντρικό ρόλο στη συζήτηση για το μέλλον της εργασίας, της απασχόλησης και της οικονομικής ανάπτυξης.






