Έχουμε ήδη περάσει το οδόφραγμα του Αγίου Δομετίου και βρισκόμαστε καθ’ οδόν προς τη Μόρφου. Ανάβουμε το μαγνητόφωνο και αρχινάμε να μιλάμε… «Πάντα νιώθω παράξενα όταν πηγαίνω στη Μόρφου. Δεν μπορώ να πω αν είναι λύπη ή χαρά. Διερωτώμαι, κι ακόμα δεν έχω βρει απάντηση, πώς μας έφερε η μοίρα σε τούτη εδώ τη συγκυρία. Τι ανατροπή ήταν! Ακόμα δεν το χώνεψα. Παρότι ήρθα στη Λευκωσία από τα 18 μου, έκανα οικογένεια, έκανα όμορφα πράγματα στη δουλειά μου… Μου λείπει. Πολύ»...
Τον σκηνοθέτη Μιχάλη Γεωργιάδη, εγγονό του δημάρχου Μόρφου Κωστή Γεωργιάδη την περίοδο 1904 – 1938, ο μαύρος Ιούλης του 1974 τον βρήκε να ετοιμάζεται για την κατάταξή του στον στρατό. Είχε αποφοιτήσει από το Γυμνάσιο Μόρφου και στις 22 Ιουλίου θα περνούσε την πύλη του ΚΕΝ. Γεμάτος όνειρα για το μέλλον, ήθελε να σπουδάσει φωτογραφία, με τη Μόρφου πάντα στο επίκεντρο όπου σε μια αυλή σπίτια ζούσαν οι γονείς, οι παππούδες και η ευρύτερη οικογένεια. Στις 7 Ιουλίου είχαν παντρέψει τον Παντελή, τον μεγάλο του αδελφό. Η τελετή είχε γίνει στον Άγιο Μάμα και το γλέντι στο σπίτι τους.

Η Μόρφου αναζωογονείται με μικρά αλλά και μεγάλα έργα. Τα τεράστια αναπτυξιακά έργα που έγιναν στη Μόρφου, το Mall στην είσοδο της πόλης προς τη Ζώδια και τα πανεπιστήμια. Το τσιμέντο και η ανάπτυξη αντικατέστησαν τους πορτοκαλεώνες της Μόρφου.

Το πραξικόπημα
«Ξέρεις, 18 χρονών δεν είσαι απόλυτα συνειδητοποιημένος για όσα συμβαίνουν. Παρότι εμείς περάσαμε την περίοδο της ΕΟΚΑ Β’, τις ταραχές, τις βόμβες, τους σκοτωμούς. Το πρώτο σοκ ήρθε οκτώ χρονών, όταν σκοτώθηκε ένας γείτονάς μας στο Ξερό. Απ’ εκείνη τη μέρα και για πολλά χρόνια ξεκίνησα να βλέπω έναν εφιάλτη τις νύχτες. Έναν Τούρκο να ποσιεπάζει (σ.σ. κρυφοκοιτάζει) από την εξώπορτα του σπιτιού μας με ύφος απειλητικό. Αλλά, ό,τι κι αν έγινε, δεν περίμενα ποτέ ότι θα καταλήξει όλο αυτό σε πραξικόπημα. Άκουγα τη λέξη «πραξικόπημα» και δεν καταλάβαινα καλά - καλά τι σήμαινε. Μα θα φύγει ο Μακάριος; Που ήταν ταυτισμένος με τη ζωή μας από τον καιρό που γεννηθήκαμε; Που ήταν κάτι μεταξύ μύθου και ημίθεου; Μετά το πραξικόπημα ένιωθα ότι η κατάσταση όσο πήγαινε χειροτέρευε. Αλλά ό,τι και να άκουγα, μου ήταν αδιανόητο ότι θα φτάναμε σε αυτό που συνέβη το Σάββατο 20 Ιουλίου».
Η παρέα του Μιχάλη Γεωργιάδη μια μέρα πριν τη βίαιη αναχώρηση από τη Μόρφου. Αναμνηστική φωτογραφία, 13 Αυγούστου 1974.
19 Ιούλη
Την Παρασκευή 19 Ιουλίου μία στενή του φίλη τον παρακάλεσε να πάνε στο στρατόπεδο να δει το αγόρι της που έβγαζε σκοπιά. Η ΕΦ ήταν σε επιφυλακή και είχε μια βδομάδα να τον δει. «Έρχεται, ο μακαρίτης πια Θύμος, κάτασπρος, είχε χάσει το χρώμα του, και μας λέει παιδιά πηγαίνετε σπίτι γρήγορα, ξεκίνησαν οι Τούρκοι να έρχονται. Θα γίνει εισβολή απόψε. Εμείς παγώσαμε. Αλλά και πάλι δεν καταλαβαίναμε το μέγεθος της καταστροφής. Αν δεν σε διώξουν απ’ το σπίτι σου δεν το καταλαβαίνεις».
Γίνεται η εισβολή, οι μέρες περνούν και η ζωή στη Μόρφου κυλά σαν να μην συνέβαινε τίποτα. «Το παζάρι ήταν ανοικτό, τα καφέ, τα σινεμά… Οι άνθρωποι συνέχιζαν τις δουλειές τους φροντίζοντας τα περιβόλια. Κάποιες φορές, με το άκουσμα ενός θανάτου συγχωριανού τους στις μάχες, η κωμόπολη πάγωνε: «Σκοτώθηκε ο γιος του τάδε»… Στη Λεύκα σκοτώθηκε ο Πολύκκος, ο συμμαθητής και γείτονάς μου. Έτσι περνούσαν οι μέρες. Μέχρι που μας βρήκε ο Αύγουστος».

ΜΟΡΦΟΥ 1974
Παραμονή δεύτερης εισβολής
Ήταν 13 Αυγούστου, κατ’ ακρίβεια, αφηγείται ο Μιχάλης. «Μια παρέα 18χρονοι, καμιά 10αριά άτομα, που βρισκόμασταν καθημερινά στα στέκια μας, το ζαχαροπλαστείο, το καφέ, αποφασίσαμε εκείνη τη μέρα να πάμε να βγάλουμε αναμνηστικές φωτογραφίες. Είχε ξεμείνει στα χέρια μου η φωτογραφική μηχανή του ομίλου του σχολείου, την οποία είχα δανειστεί για να φωτογραφίσω τον γάμο του αδελφού μου. Δεν γνωρίζω ποιο παράξενο αίσθημα μας βρήκε και πήγαμε να βγάλουμε αυτές τις φωτογραφίες. Ίσως προαισθανόμασταν ότι την επόμενη μέρα θα φεύγαμε για πάντα».
Το πρωί εκείνης της ημέρας ξύπνησε από τις 4.30 για να συνοδεύσει τον πατέρα του στο περιβόλι. «Εκεί που κάναμε τις ετοιμασίες για να ποτίσουμε ήρθε ένας συγχωριανός μας με το όνομα Τήλλυρος και λέει στον πατέρα μου: «Ρε Τάκη, μου είπαν κάτι Τ/Κ φίλοι ότι αύριο θα έρθουν να πάρουν το Μόρφου και το Συριανοχώρι». Κι ο παπάς μου συνέχισε το πότισμα του περιβολιού ωσάν να μην άκουσε τίποτε»!
Βυζακιά, Ευρύχου, Λεμεσός
Τετάρτη πρωί, 14 Αυγούστου, έγινε η δεύτερη εισβολή. Τα τουρκικά τανκς είχαν πλέον φτάσει στη Μόρφου. «Εμείς βρήκαμε καταφύγιο στη Βυζακιά. Δεν ξέραμε ακόμα αν θα πάμε πίσω. Πήγαμε για να περάσουμε τη νύχτα, να γλυτώσουμε τους βομβαρδισμούς. Διανυκτερεύσαμε στο σπίτι ενός υπαλλήλου του παπά μου, του Χριστόφορου, που ήταν βοηθός του στα περβόλια. Πάμφτωχος ο Χριστόφορος αλλά στη δύσκολη αυτή στιγμή του παπά μου ήρθε ο μισταρκός και άνοιξε το σπίτι του να μας φιλοξενήσει. Αυτό για μένα ήταν μάθημα ζωής. Μείναμε εκεί τρεις νύχτες, μετά για κανέναν μήνα σε ένα σπίτι συγγενικό στην Ευρύχου, μαζί με πολλές άλλες οικογένειες».
Η οικογένεια κατέληξε στη Λεμεσό και ο Μιχάλης κατετάγη στο στρατό τον Νοέμβριο του ‘74. Η ζωή του ακολούθησε μια νέα πορεία, μια νέα κατεύθυνση. Συχνά, τις νύχτες, όταν ησύχαζε η καθημερινότητα, το υποσυνείδητό του τον οδηγούσε να αιωρείται πάνω από τους δρόμους της Μόρφου προσπαθώντας να πάει στο σπίτι του. Πλησίαζε αλλά δεν έφτανε ποτέ. Μια φορά μόνο, το 1983, θυμάται πως το όνειρο ξεκίνησε από το σπίτι του. Είχε μαστόρους μέσα.
1974 - 2003
Μόνο όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα το 2003 κι επισκέφθηκε για πρώτη φορά με τη γυναίκα και τα τρία του παιδιά τη Μόρφου κατάλαβε πως ήταν ο φόβος που κουβαλούσε μέσα του να μην του χαλάσουν το σπίτι και μαζί τις ανέμελες, ως επί το πλείστον, αναμνήσεις της πρώτης του νιότης. Το σπίτι είχε υποστεί σημαντικές αλλαγές. Το ζευγάρι των Τ/Κ που έμενε εκεί χάλασε το μισό σπίτι για να κτίσει στην κόρη του.
«Το 2003 ήταν σταθμός. Το άνοιγμα των οδοφραγμάτων με ταρακούνησε συθέμελα. Μια βδομάδα πριν δεν ξέρω ποια ανάγκη με οδήγησε να θέλω να πηγαίνω κάθε μέρα στον Αστρομερίτη και την Περιστερώνα και να κάθομαι εκεί να βλέπω την κατεχόμενη Μόρφου και να βγάζω φωτογραφίες».

ΜΟΡΦΟΥ 2003
2003, μια Κύπρος απάτητη
Το σοκ τού βγήκε δημιουργικά. Επηρεασμένος από τον νονό και θείο του Κώστα Μόντη ξεκίνησε να γράφει ποιήματα και πεζά. Μέχρι τότε ποτέ δεν είχε γράψει στη ζωή του. Την ίδια εποχή ξεκίνησαν μαζί με την Άννα Μαραγκού να αλωνίζουν την Κύπρο. «Θέλαμε να τα δούμε όλα. Και κάποια στιγμή γυρίσαμε την Κύπρο όλη. Μια Κύπρο απάτητη για 29 χρόνια. Διότι από το 1974 μέχρι το 2003 είχε δρόμους που δεν πάτησε αυτοκίνητο. Αποτέλεσμα αυτών των οδοιπορικών ένα λεύκωμα που κυκλοφόρησε με φωτογραφίες δικές μου και κείμενα της Άννας».
Τεράστια οικοδομική ανάπτυξη
Έχοντας συμπυκνώσει μια ολόκληρη ζωή μέσα σε λιγότερο από 20 λεπτά, φτάνουμε σε έναν μεγάλο κάμπο κι από εκεί βλέπουμε τον Γερόλακκο. Μετά αγναντεύουμε τη Δένεια στην άλλη πλευρά της νεκρής ζώνης, το Μάμμαρι και την Αυλώνα. Στα δεξιά μας, προς τον βορρά, στέκει ακόμα το χωριό Άγιος Βασίλειος και τα μαρωνίτικα χωριά Σκυλλούρα και Αγία Μαρίνα, που θα επιστρέφονταν με το Σχέδιο Ανάν.
Στη διαδρομή έχουμε συναντήσει δεκάδες νεόδμητα σπίτια κι άλλα συγκροτήματα που βρίσκονται υπό κατασκευή. Το ίδιο ισχύει και για τις βιομηχανικές περιοχές. Η ανάπτυξη που παίρνει η περιοχή της κατεχόμενης δυτικής Λευκωσίας και της περιφέρειας Μόρφου, ειδικά στα δεξιά του δρόμου, βόρεια δηλαδή, είναι μεγάλη.
Συμφωνούμε με τον Μιχάλη πως μέχρι το 2003 όλα αυτά τα χωριά ήταν έρημα και υποανάπτυκτα. Μέχρι τότε δεν είχε κατασκευαστεί ούτε ο αυτοκινητόδρομος, ένας δρόμος που είχε αποφασιστεί από το 1972 και κατασκευάστηκε από τις κατοχικές «αρχές», όπως μου λέει ο Μιχάλης, πάνω στον σχεδιασμό εκείνο. Εδώ κάνει μια παρένθεση. Την ίδια εποχή ο Μακάριος είχε λάβει την απόφαση για να γίνει η Μόρφου ξεχωριστή επαρχία. Δεν πρόλαβε να την υλοποιήσει.

Νεόδμητο συγκρότημα οικιών στον δρόμο προς τη Μόρφου. Η οικοδομική ανάπτυξη είναι τεράστια κυρίως στο βόρειο σύνορο του νέου αυτοκινητόδρομου.
Ο αυτοκινητόδρομος
Η έναρξη των κατασκευαστικών έργων για τον αυτοκινητόδρομο ξεκίνησε μετά το 2004, κι αφού ήταν πλέον σίγουρο ότι σε ένα νέο σχέδιο, που εάν και εφόσον θα ερχόταν, οι εδαφικές προσαρμογές θα ήταν διαφορετικές. Με μεγάλο μέρος της περιφέρειας της Μόρφου να θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα περιλαμβάνεται πλέον στα εδάφη που θα επιστρέφονταν υπό ε/κ διοίκηση.
Οι Μορφίτες το ψιθυρίζουν μεταξύ τους πως το σύνορο, σε μία νέα προτεινόμενη λύση, θα είναι ο νέος αυτοκινητόδρομος Λευκωσίας-Μόρφου. Με όσα χωριά βρίσκονται πάνω από τον δρόμο να μην επιστρέφονται.

ΜΟΡΦΟΥ 2026
Φιλιά και Μάσσαρι
Το πρώτο χωριό της περιφέρειας Μόρφου που συναντάμε, και πάλι στα αριστερά μας προς τη Μόρφου, είναι η Φιλιά. Ένα καταπράσινο χωριό –έχουν φυτέψει με δασώδη δέντρα μεγάλες εκτάσεις στην περιοχή μέχρι και τη Λεύκα- που κατοικείτο από 1.000 περίπου νοματαίους το 1974. Ούτε ενάμισι χιλιόμετρο από τη Φιλιά βρίσκεται το Μάσσαρι. Μια μικρή κοινότητα των 300 κατοίκων το 1974. Έχουμε άλλα 10 χιλιόμετρα για να φτάσουμε μέχρι τη Μόρφου. Πριν την κωμόπολη στα αριστερά μας, παρότι δεν το βλέπουμε, είναι το Αργάκι (1.500 κάτοικοι πριν τον πόλεμο), η Κατωκοπιά (1600) και βεβαίως η Ζώδια, Πάνω και Κάτω, με τον πληθυσμό των δυο χωριών το 1973 να εκτιμάται στις 4.500. Η Κυρά (800 κάτοικοι) κόβει πια στο βόρειο σύνορο του δρόμου.
Ζώδια
Από τη Ζώδια επιστρέψαμε –μέσω του οδοφράγματος Αστρομερίτη. Από το 2003 μέχρι και το 2008, που επισκεπτόμουν συχνά την περιοχή, πιανόταν η ψυχή μου απ’ τη φτώχεια και την κακομοιριά. Σήμερα η Ζώδια είναι διαφορετική. Λιγότερο μίζερη. Είναι προφανές πως τα 22 χρόνια απ’ το Σχέδιο Ανάν έχουν αλλάξει τις πραγματικότητες. Ψάχνοντας στο αρχείο του «Πολίτη» έπεσα σε μια είδηση που δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2003 με τίτλο «πρόθυμοι για μετακίνηση οι Τ/Κ μετά τη λύση». Συγκεκριμένα, το 59% των διαμενόντων στην κατεχόμενη Μόρφου δήλωνε έτοιμο για τη λύση του Κυπριακού και ενέκρινε την «παραχώρηση» της περιοχής στους Ε/Κ. Σήμερα, με την ανάπτυξη που πήρε, τις επενδύσεις που έγιναν, μεταξύ των οποίων και δύο πανεπιστήμια, οι «έτοιμοι» σίγουρα θα 'ναι πολύ λιγότεροι.
Μόρφου και πορτοκάλια
Καθώς πλησιάζουμε τη Μόρφου στρίβουμε αριστερά για να δούμε το φράγμα που κτίστηκε το 1963. «Τα νερά από τη Μαδαρή καταλήγουν στον Σερράχη ποταμό που περνά από την Περιστερώνα και καταλήγει εδώ», μου εξηγεί ο Μιχάλης. Σήμερα το φράγμα δεν έχει ούτε σταγόνα νερό. Η ανομβρία δεν γνωρίζει σύνορα.
«Του Μόρφου ήταν ένας τόπος που είχε πάρα πολύ νερό. Αρτεσιανό νερό. Η περιοχή ήταν γεμάτη από λίμνες και ο πατέρας μου πήγαινε στο κυνήγι της πάπιας. Αναπτύχθηκε πολύ η γεωργία στα χωριά μας. Είχαμε από κολοκάσι μέχρι σιτάρι, φακές, και σιγά – σιγά επί Αγγλοκρατίας άρχισαν να καλλιεργούνται τα εσπεριδοειδή, με αποτέλεσμα τη δεκαετία του ’50 να είναι η κύρια ασχολία των Μορφιτών και μέχρι το 1974 η βασική πηγή εισοδήματός τους. Οι εξαγωγές πορτοκαλιών γίνονταν από το λιμάνι της Αμμοχώστου μέσω του τρένου. Καρπούζια, φθαρτά και κάθε λογής γεωργικά προϊόντα από την περιοχή μεταφέρονταν με το τρένο που έκανε στάσεις στα χωριά μέχρι να φτάσει στην Αμμόχωστο και εκεί γίνονταν οι ανταλλαγές προϊόντων μεταξύ των χωρικών. Το τρένο ξεκινούσε από την Ευρύχου και κατέληγε στο λιμάνι της Αμμοχώστου».
Καθώς συζητούμε το θέμα αυτό στα δεξιά μας, κι ενώ βρισκόμαστε ακόμη στα περίχωρα, ξεπροβάλλει το σιδηροδρομικό μουσείο που έφτιαξαν οι Τ/Κ διασώζοντας τον σταθμό.

Τελευταίος σταθμός αυτού του οδοιπορικού το πάρκο που φύτεψε ο παππούς του Μιχάλη, όντας δήμαρχος Μόρφου. Σήμερα ένα πανέμορφο αλσύλλιο στο οποίο καταλήγει το γραμμικό πάρκο που έφτιαξαν οι Τ/Κ στις όχθες του Σερράχη.

Διοικητικό κέντρο
Φτάνουμε αισίως στη Μόρφου. Το πρώτο πράγμα που συναντάς είναι κάτι μεγάλες πολυκατοικίες ολοκαίνουργιες. Το 1974 η κωμόπολη ήταν στις δόξες της. Είχε εφτάμισι χιλιάδες κατοίκους –τότε η Πάφος δεν είχε ούτε εννέα χιλιάδες κατοίκους - εκατοντάδες επισκέπτες καθημερινά απ’ την ευρύτερη περιοχή αλλά κι από τις κοινότητες Σολιάς και Μαραθάσας με τις οποίες ήταν στενά συνδεδεμένη καθώς αποτελούσε το αστικό τους κέντρο. Πόσοι δεν φοίτησαν στο γεωπονικό γυμνάσιο της Μόρφου και στη γεωργική σχολή, μοναδικά εκπαιδευτήρια σε ολόκληρη την Κύπρο!
«Μέχρι τον πόλεμο η Μόρφου ήταν διοικητικό, εκπαιδευτικό, εκκλησιαστικό κέντρο για την περιοχή. Είχε τοπικό δικαστήριο, αστυνομικό σταθμό, νοσοκομείο», λέει ο Μιχάλης και μου εξηγεί πως μέχρι το 1959 ανάμεσα στους κατοίκους της Μόρφου ήταν και μικρός αριθμός Τ/Κ. Όταν ξεκίνησαν οι φασαρίες μετοίκησαν, λέει, στα Καζιβερά και τη Λεύκα.
Πεζοδρόμια αντί αυλάκια
Φτάνουμε στη διασταύρωση που αριστερά οδηγεί στο Αργάκι και τη Ζώδια, ευθεία στη Λεύκα, μέσω του καινούργιου δρόμου, και βρίσκουμε τα πρώτα σπίτια της παλιάς συνοικίας της Μόρφου. «Δεν άλλαξε τίποτα. Μόνο τα πεζοδρόμια έφτιαξαν. Τότε αντί πεζοδρόμια υπήρχαν αυλάκια που έτρεχαν νερό», μου εξηγεί ο Μιχάλης καθώς κάνουμε στάση στο ελληνικό γυμνάσιο Μόρφου, απ' όπου αποφοίτησε. Σήμερα, στην αυλή του, στη θέση της προτομής του Λουκή Ακρίτα δεσπόζει ο άγαλμα του Ατατούρκ.
Φεύγοντας περνάμε μπροστά από το mall που κτίστηκε πρόσφατα. Εδώ κάποτε η περιοχή ήταν γεμάτη από πορτοκαλεώνες…
Οδεύοντας προς το κέντρο της Μόρφου διασχίζουμε τη λεωφόρο Κίμωνος. Ο Μιχάλης τη διέσχισε χιλιάδες φορές πεζός ή με ποδήλατο από και προς το σχολείο. Περνάμε απ’ το σπίτι της Αίγλης, το σπίτι του Λουκή Ακρίτα, το κτήριο της συνεργατικής τράπεζας και άλλων τριών τραπεζικών ιδρυμάτων που είχαν υποκαταστήματα στη Μόρφου, συναντάμε το ιατρείο του Κλείτου Ιακωβίδη, δημάρχου για αρκετά χρόνια, και το πατρικό σπίτι της Έρσης Μόντη. Δρόμοι γεμάτοι αναμνήσεις και έρωτες εφηβικούς για τη γενιά του Μιχάλη. Συναντάμε στον δρόμο μας ένα από τα τρία σινεμά –Απόλλων, Ρεξ και Πάνθεον– τη δημοτική αγορά που κτίστηκε το 1950 και φιλοξενούσε χασάπικα και καταστήματα φθαρτών και αποικιακών –τώρα μετατράπηκε σε πολιτιστικό κέντρο- την παλιά ηλεκτρική που ήταν ιδιωτική εταιρεία.

Αναμνήσεις σε κάθε γωνιά
«Σε κάθε γωνιά που στρίβεις έχω αναμνήσεις», μου λέει ο Μιχάλης. Δεν έχει ξεχάσει, παρότι πέρασαν 52 χρόνια από τότε, παρότι οι επιγραφές είναι στην Τουρκική και οι άνθρωποι φερμένοι απ’ αλλού. Φεύγοντας από τη Μόρφου και πριν καταλήξουμε στην εκκλησία του Αγίου Μάμαντος περνάμε απ’ το σπίτι του. Ντάλα μεσημέρι, κατακαλόκαιρο, δεν κτυπά τελικά την πόρτα.
Ο Άης Μάμας είναι σήμερα μουσείο. Παρ' όλα αυτά εξ όψεως φαίνεται παρατημένο το κτήριο της εκκλησιάς. Δίπλα ακριβώς ήταν η Μητρόπολη, τα κυβερνητικά γραφεία και ο αστυνομικός σταθμός. Όλα έχουν αλλάξει χρήση. Λίγο παραδίπλα και το καινούργιο τζαμί που κτίστηκε.
Συριανοχώρι
Έχουμε φύγει από τη Μόρφου. Φτάνουμε στο Συριανοχώρι και παίρνουμε τον παράδρομο που οδηγεί στο περιβόλι του πατέρα του Μιχάλη. «Θυμάμαι τα πρωινά του καλοκαιριού που ξυπνούσε ο παπάς μου κατά τις 4.30 το πρωί και ερχόμασταν εδώ. Δεξιά κι αριστερά του δρόμου υπήρχαν μποστάνια, με καλύφες και βλέπαμε που κοιμόταν ο κόσμος για να φυλάει τη σοδειά».
Σταματάμε. Μπροστά μας δεν υπάρχει πια ο πορτοκαλεώνας που είχε φυτέψει ο πατέρας του λίγο πριν από την εισβολή. Τα δέντρα ξεριζώθηκαν. Ο Μιχάλης μένει για ώρα σιωπηλός, κοιτάζοντας τον τόπο όπου κάποτε ήταν το περιβόλι της οικογένειάς του. Ίσως αυτή να είναι τελικά η πιο σκληρή όψη της προσφυγιάς. Δεν είναι μόνο ότι χάνεις το σπίτι σου. Είναι ότι κάποια στιγμή επιστρέφεις και διαπιστώνεις πως χάθηκε ακόμη και το τοπίο που κρατούσε ζωντανές τις αναμνήσεις σου. Ανεβαίνουμε ξανά στο αυτοκίνητο χωρίς να πούμε πολλά και συνεχίζουμε μέχρι τη θάλασσα.







