Η τροπή και οι διαστάσεις που έλαβαν οι καταγγελίες – ισχυρισμοί του δημοσιογράφου Μακάριου Δρουσιώτη, επιβάλλουν άμεση διερεύνηση όλων των πτυχών. Η αναφορά και μόνο σε παιδεραστία και βιασμό, έπρεπε να σημάνει συναγερμό και να αρχίσει ποινική διερεύνηση. Μια έρευνα, η οποία όπως προκύπτει και από συγκεκριμένο άρθρο του «περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Απεικόνισης Υλικού Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών Νόμου του 2014», έπρεπε να είχε γίνει εδώ και χρόνια, τουλάχιστον εάν αυτοί που δήλωσαν δημόσια ότι γνώριζαν, δεν παρέλειπαν να καταγγείλουν την υπόθεση στην Αστυνομία. Η ποινική ευθύνη, λοιπόν, αγγίζει και όσους γνώριζαν, τουλάχιστον, για τους ισχυρισμούς για παιδεραστία και βιασμό. Απαραίτητη διευκρίνηση, ότι η οποιαδήποτε καταγγελία ή ενημέρωση στην Αστυνομία, βάση της υποχρέωσης που πηγάζει από τον νόμο, δεν σημαίνει επιβεβαίωση των ισχυρισμών. Το βάρος, μετατίθεται στην Αστυνομία για να διερευνήσει όλες τις καταγγελίες.
Αναφορικά με την υποχρέωση να υποβάλει καταγγελία οποιοσδήποτε γνωρίζει, τέτοιες πληροφορίες, παραθέτουμε αυτούσιο το άρθρο 30 του νόμου, το οποίο φέρει τον τίτλο: «αναφορά υποψίας σεξουαλικής εκμετάλλευσης και κακοποίησης παιδιών και προώθηση καταγγελίας»:
(1) Οποιοσδήποτε παραλείπει να καταγγείλει περίπτωση που περιέρχεται σε γνώση του, όπου εμπλέκεται παιδί ή παιδί με διανοητική ή ψυχική ανεπάρκεια σε αδικήματα που προβλέπονται στα άρθρα 6 μέχρι 10 και 15 του παρόντος Νόμου ή δεν προωθεί σχετική καταγγελία, διαπράττει αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι δεκαπέντε (15) έτη ή σε χρηματική ποινή μέχρι είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, κατά την επιμέτρηση της ποινής, το δικαστήριο λαμβάνει ως επιβαρυντική περίσταση το γεγονός, ότι το πρόσωπο που παραλείπει να καταγγείλει ή δεν προωθεί καταγγελία, είναι εκπαιδευτικός, λειτουργός των κοινωνικών υπηρεσιών ή δικηγόρος ο οποίος ασκεί το επάγγελμα ή μέλος του αστυνομικού σώματος ή επαγγελματίας υγείας, όπως ψυχίατρος, ιατρός οποιασδήποτε άλλης ειδικότητας, νοσηλευτής, ψυχολόγος ή άλλος επαγγελματίας με συναφείς προς το αντικείμενο δραστηριότητες.
(3) Κατά την επιμέτρηση της ποινής για την διάπραξη του αδικήματος που προβλέπεται στο εδάφιο (1) δεν αποτελεί υπεράσπιση, ότι τα άτομα που αναφέρονται στο εδάφιο (2) παρέλειψαν να προβούν σε καταγγελία λόγω του επαγγελματικού τους απόρρητου.
Ποιοι δήλωσαν ότι γνώριζαν
Σε σχέση με τα γεγονότα που έχουμε μέχρι σήμερα ενώπιον μας, τουλάχιστον τρία πρόσωπα έχουν παραδεχθεί δημόσια, ότι γνώριζαν, ενώ στην Αστυνομία, πριν από τις αναρτήσεις του Μακάριου Δρουσιώτη, δεν υπήρχε οποιαδήποτε καταγγελία. Πέραν του κ. Δρουσιώτη, ο Νίκος Κληρίδης δικηγόρος της «Σάντη» και ο Χρίστος Κληρίδης, ως τέως πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, υποστήριξαν, ότι είχαν γνώση για τα μηνύματα ή μέρος αυτών. Ο Νίκος Κληρίδης υποστήριξε, ότι τον είχε προσεγγίσει η «Σάντη» και του έδωσε τα στοιχεία, τα οποία σύμφωνα με νεότερη τοποθέτησή του θα τα παραχωρήσει στην Αστυνομία σε usb. Ο Χρίστος Κληρίδης υποστήριξε, ότι είχε ενημερωθεί από τον Νίκο Κληρίδη. Σε ό,τι αφορά στον Μακάριο Δρουσιώτη, στην ανάρτησή του ισχυρίστηκε, ότι όλα τα στοιχεία στα οποία κάνει αναφορά, δόθηκαν στον ίδιο από τη «Σάντη».
Ένα επίσης, σημαντικό στοιχείο, που προκύπτει από το εδάφιο 3 του άρθρου 30 του νόμου, είναι ότι κανένα πρόσωπο δεν καλύπτεται νομικά από το επαγγελματικό απόρρητο, εάν δεν ενημέρωσε την αστυνομία για τέτοιας φύσεως αδικήματα.
Στον αστερισμό της «Σάντη»
Σε ό,τι αφορά τις άλλες πτυχές των σοβαρών καταγγελιών - ισχυρισμών του Μακάριου Δρουσιώτη, οι εξελίξεις τρέχουν. Ο ίδιος ο κ. Δρουσιώτης ετοιμάζει δομημένη γραπτή δήλωση για το σύνολο των στοιχείων, που υποστηρίζει ότι διαθέτει, όπως συμφωνήθηκε με την ανακριτική ομάδα που συστάθηκε στο ΤΑΕ Αρχηγείου. Ο Νίκος Κληρίδης, δικηγόρος της «Σάντη», μετά από πολύωρη κατάθεση στο Αρχηγείο Αστυνομίας, δήλωσε, ότι θα παραδώσει όλα τα στοιχεία που του έδωσε η πελάτιδά του.
Την ίδια στιγμή, ξέσπασε νέο επεισόδιο αναφορικά με την κλήση της «Σάντη», για κατάθεση και τι δήλωσε στην Αστυνομία. Σε δημοσίευμα του Philenews, αναφέρθηκε, ότι η «Σάντη» κατέθεσε την περασμένη βδομάδα και μεταξύ άλλων φέρεται να είπε στους ανακριτές, ότι τα μηνύματα δεν είναι αυθεντικά και ενημέρωσε για τον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκαν. Κατά το ίδιο δημοσίευμα η «Σάντη» δήλωσε, ότι δεν επιθυμεί να καταθέσει επίσημα. Όλα τα πιο πάνω, σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, αντιμετωπίστηκαν με επιφύλαξη από την Αστυνομία και εξετάζεται κατά πόσο το πρόσωπο κλειδί στην υπόθεση, κατέθεσε υπό καθεστώς πίεσης και πανικού.
Αντίδραση Κληρίδη – Δρουσιώτη
Άμεση ήταν η αντίδραση του Μακάριου Δρουσιώτη για το δημοσίευμα σχετικά με την κατάθεση της «Σάντη». «Πρώτα η Αστυνομία διέρρευσε την πληροφορία, ότι η Σάντη μίλησε και είπε ότι είναι πλαστά. Τροφή για τίτλο. Μετά ένιψε και λίγο τα χέρια της…. Ούτε η KBG δεν μπορεί να κάνει ένα τέτοιο σενάριο. Παιχνίδια εντυπώσεων και αντιπερισπασμού, τροφή στα διάφορα τρολ. Δεν σώζεται με αυτά η παρτίδα», ανέφερε σε ανάρτηση του ο κ. Δρουσιώτης.
Έντονη ήταν η αντίδραση και από τον Νίκο Κληρίδη, δικηγόρο της Σάντη: «αν αυτή η είδηση έχει διαρρεύσει από την Αστυνομία, αυτό είναι πάρα πολύ σοβαρό θέμα, διότι εγώ όταν είχα πάει να δώσω κατάθεση το περασμένο Σάββατο, είχα ρωτήσει αν είχε δώσει κατάθεση και μου είχε δοθεί διαβεβαίωση, ότι δεν είχε δώσει καμία κατάθεση μέχρι εκείνη τη στιγμή. Αν πράγματι η πληροφορία αυτή διέρρευσε από την Αστυνομία και δεν διασφαλίστηκε η εμπιστευτικότητα της διερεύνησης της κατάθεσης της παραπονούμενης, τότε καταρρέει και η εμπιστοσύνη μας ως προς την αμερόληπτη και αξιόπιστη διερεύνηση, καθώς και ως προς την τήρηση της εμπιστευτικότητας, που είναι απαραίτητη από πλευράς Αστυνομίας».
Ερωτήματα
Μια βδομάδα μετά τη ανάρτηση με τους ισχυρισμούς του Μακάριου Δρουσιώτη, ακόμη δεν έχει ξεκαθαρίσει το πιο βασικό ερώτημα που προκύπτει: Τελικά είναι αυθεντικά ή πλαστά τα μηνύματα που παρελαύνουν σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε δημοσιεύματα;
Η αποσπασματική δημοσίευση μηνυμάτων, ακόμη και από μέσα ενημέρωσης στην Ελλάδα, δεν βοηθούν στην αντιμετώπιση της προκατάληψης. Εύλογα μεγάλο μέρος των πολιτών διερωτάται, πώς είναι δυνατόν αυτά τα στοιχεία, να βρίσκονται στα χέρια δικηγόρων και δημοσιογράφων και να μην βρίσκονται από την πρώτη στιγμή και στα χέρια της Αστυνομίας, για να διαπιστωθεί η αυθεντικότητά τους.
Στο άλλο μέτωπο, όλοι οι επηρεαζόμενοι από τις καταγγελίες του κ. Δρουσιώτη, έχουν καταθέσει στο ΤΑΕ Αρχηγείου και κατήγγειλαν τον Μ. Δρουσιώτη για διάδοση ψευδών ειδήσεων.







